Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία [2015]

Αρχείο 19.9.2015

fav-3

Στο Θωμά Κοροβίνη

Ι
Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία:
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Και ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία [2015]»

Δημήτρης Καλοκύρης, Διασταυρώσεις [2015]

Αρχείο 18.9.2015

fav-3

0Πρόναος

Ναοί ξυλόστεγοι, θολοσκεπείς, ενίοτε πλακόστρωτοι
συνήθως όμως ορθογώνιοι
από σκυρόδεμα οπλισμένο και γυαλί
με ανοδιωμένο αλουμίνιο
και χωνευτό ατσάλι, κυκλοτερείς
τρίκογχοι ή τετράκογχοι, οκταγωνικοί
πολύκλιτοι, τρουλλαίοι, με ψευδοροφές
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Καλοκύρης, Διασταυρώσεις [2015]»

Χρήστος Μαρτίνης, “αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες” -ποίηση [2015]

Αρχείο 17.9.2015

fav-3

Στον Φάνη

”για χάρισε και με, 
μπιρμπιλομάτα μου σε κλαίν τα μάτια μου,
για χάρισέ και με, ένα απ τα παιδιά μου”
Παραδοσιακό Τραγούδι Χρυσόβιτσι Μαντινείας

 

Αποβραδύς κατάραχα μέσα στη μαύρη ελάτη    εστρατοπέδεψε στρατός     πενήντα σπαθαρέοι

όλοι χορεύουν τραγουδούν κι ένας μιλιά δε βγάζει     μονάχα το τουφέκι του βαστά και συγυρίζει,     πάνω στο γιαταγάνι του περνά την άσπρη πέτρα

Τι ‘ναι ωρέ πολεμιστή και σύ μιλιά δε βγάζεις    έχουμε τρία τέρμινα που βγήκαμε στη στράτα

κι όσα χωριά κι αν κάψαμε, ‘συ καίγεις άλλα τόσα     κι όσα κεφάλια πήραμε δε βγαίνουν στα δικά σου

Κι έδωκεν την απόκριση χωρίς να τους κοιτάζει     μονάχα η σπάθα νάστραφτε απ’τις πυρές μπροστά του

Αφήστε ‘μένα να κρατώ τη λάμα τροχισμένη     κι άμα θα βρίσκω χριστιανό ευτύς να τον θερίζω     κι άμα θα μπαίνω σε αυλή τη φλόγα να φυτεύω

Γιατί περνούσαν οι οχτροί κι απ’ τα δικά μας μέρη   όταν τους είδε το χωριό μαντάλωσε τις πόρτες

αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες     με τ’ άλογα ξεπάτωναν το φυτεμένο κάμπο

Ύστερα ‘στείλαν μπιστικό να δώσει το μαντάτο     κι  αυτός εστάθηκε ορθός στη μέση της πλατείας    φέρνοντας το παράγγελμα τον οργισμένο λόγο

πως αν δε θέλαν να κάει στη ρίζα το χωριό τους     άμα δε θέλαν να χυθεί το αίμα μες στις στέρνες

να μείνουν μάνες έρημες δίχως μωρά στα χέρια     τότες να δώσουνε εννιά αμούστακα αγόρια     για να τα πάρουνε μαζί να γένουν σπαθαρέοι.

Απόμειναν οι προύχοντες κοιτώντας την πλατεία     τα μάρμαρα τα γιασεμιά τις βρύσες από πέτρα

το πρώτο το πλατάνι τους τις άγιες εικόνες     και στα κρυφά μετρούσανε τ’ αγόρια του χωριού τους

Κι ήταν μια μάνα έρημη με άντρα πεθαμένο     μ’ ενννιά αμούστακα παιδιά κορίτσι ούτε ένα   μαζεύονται οι προύχοντες και βγάζουνε μια γνώμη     απ΄το να κλαίν μάνες εννιά κάλλιο να κλαίει μία

Της παίρνουν τα εννιά παιδιά τα δένουν και τα στέλνουν     τα οκτώ τα δέσαν με σκοινιά τα στείλαν με τα πόδια     το ένατο που ‘σαν μωρό το στέλνουν με γαιδούρι     και δένουν τα χεράκια του μ’ένα κλαδάκι δυόσμο

Τρέχει ξοπίσω η μάνα τους αχολογάει κλαίει     κράζοντας κόρακα φωνή με άσπρα ξέπλεκα μαλλιά    στης εκκλησιάς το πρόθυρο σκύφτει γοργά και μνέει:

Χαροντα Πικροχάροντα και άρχοντα του τόπου    χαλάλι σου ο άντρας μου γονιοί κι όλα τα αδέρφια    χαλάλι σου και τα παιδιά που παίρνεις μακριά μου

Μονάχα κράτα την ευκή και βάλτη να δουλέψει     μια μέρα ο μικρότερος να ‘ρθει ξανά σαν Χάρος

σαν θεριστής και σαν σεισμός σαν Άρης σαν τυφώνας     για να τσαπίσει το χωριό μέχρι την πρωτη ρίζα     και να σκορπίσει ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος ν’ απλωθεί απάνω στ’ όνειρό τους

Είπεν αυτά ξεψύχησε και τα παιδιά πηγαίναν.

Ο πρώτος πέθανε οφτίς το άλλο μεσημέρι     ο δεύτερος μαγκώθηκε στου Παρνασσού τα δίχτυα     του τρίτού θρόισε η ψυχή στης Λάρισας τα στάχυα     τον τέταρτο τον ρούφηξαν οι λάσπες της Χαλάστρας     ο πέμπτος επλακώθηκε μες στ’ αγιασμένα Τέμπη    ο έκτος και ο έβδομος ξυλιάσανε στη Θράκη     ο όγδοος επνίγηκε μέσα στον Μαύρον Έβρο

Κι έμεινα εγώ ο ένατος ο θεριστής ο Χάρος     που θα τσαπίσω το χωριό από τη πρώτη ρίζα    και θα σκορπίσω ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος θ’ απλωθώ απάνω στ’όνειρό τους”

Αυτά ‘πε και σταμάτησε

Κανείς δε έβγαλε μιλιά δεν τόλμησε κουβέντα     Μονάχα η πέτρα τρόχιζε απά στο γιαταγάνι.

*

©Χρήστος Μαρτίνης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Post box -Antw

Ρούλα Κακλαμανάκη, Μνήμη μέλλοντος

Αρχείο 15/09/2015

fav-3

Όταν έρχονται τα πουλιά, τα χέρια μου γίνονται μάζα από
ζωντανούς σπόρους – άγνωστα μικρά όντα, σχεδόν αόρατα.
Τα πουλιά πέφτουνε πάνω μου. Το λευκό και το μαύρο εξαφανίζεται.
Πολύχρωμη βεντάλια παλαιάς εποχής,
χορεύοντας, χάνομαι ανάμεσα στις φτερούγες τους.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρούλα Κακλαμανάκη, Μνήμη μέλλοντος»

Ουρανία Βασιλάτου, “αποχαιρετώ τα λιγοστά μέρα με τη μέρα” -ποίηση [2015]

Αρχείο 11.9.2015

fav-3

ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Βδέλλες κολλημένες απάνω μου.
Ρουφούν κάθε ίχνος αίματος.
Αφόρητος ο πόνος.
Το δέρμα ασφυκτιά.
Ο εγκέφαλος πάει να εκραγεί,
πνίγεται στις ίδιες του
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ουρανία Βασιλάτου, “αποχαιρετώ τα λιγοστά μέρα με τη μέρα” -ποίηση [2015]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Νόα Νόα [2015]

Αρχείο 8.9.2015

Paul Gauguin

fav-3

έλα πάνω απ΄τις θάλασσες,
πάνω απ΄τις πιο μεγάλες θάλασσες,
πάνω απ΄τις θάλασσες
χωρίς οριστικούς ορίζοντες
(Φ. Πεσσόα)

Το παραμύθι λέει.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ζωγράφος. Ήταν σπουδαίος, είχε στα πόδια  του ολόκληρο το Παρίσι. Στους κοσμικούς κύκλους πρόφεραν τ΄όνομά του με πολύ σεβασμό, όπως αρμόζει στους μεγάλους αυτού του κόσμου.

Και όμως στην καρδιά του  άναβαν φώτα μυστικά, το αίσθημά του έπαιρνε ανεξιχνίαστες τροπές. Έλαμπε από έξαψη και μεθοδικότητα, κάτι πάσχιζε ν΄ανακάμψει απ΄την καρδιά του. Όλα υπήρξαν για κείνον φτωχά. Κώδικες, μνήμη, αλφάβητα, προϊστορίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Νόα Νόα [2015]»

Παναγιώτης Δαμκαλής, σπέρνοντας χειμώνα στο κατακαλόκαιρο -ποίηση

fav-3

μετά το χειρουργείο (trailer)

η μελανή ακρίδα βγήκε απ’ τη σχισμή
στη δεξιά ωμοπλάτη και αφού κοντοστάθηκε
στον αυχένα μεταμορφώθηκε με μια
εναέρια πιρουέτα τύπου Τίνκερμπελ
σε βίντεο κλιπ με τις σημαντικότερες
στιγμές της ζωής μου όπως αυτές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παναγιώτης Δαμκαλής, σπέρνοντας χειμώνα στο κατακαλόκαιρο -ποίηση»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “τους ξεγραμμένους, αυτούς” -ποίηση

Αρχείο 01/09/2015

fav-3

Πέτρες βαριές στο στήθος

Γι’ αυτούς που πλήγωσα
Που πρόδωσα
Που δύσκολη στιγμή εγκατέλειψα
Πολύ λυπάμαι
Τους ξεγραμμένους
Αυτούς, που απ’ την αυλή μου
Σαν αγριάδα, βίαια ξερίζωσα
-σκληρό, ανώριμο θα πείτε, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “τους ξεγραμμένους, αυτούς” -ποίηση»