Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Εκ των έσω

Έργο βασισμένο
Στην οπτική των αντανακλάσεων
Που παίζουν παιχνίδια
Και
Σκαρώνουν φάρσες
Καλύτερες από αυτό
Το άτυχο εργάκι

κοτεινό γραφείο αστυνομικού τμήματος. Δυο τρεις άνδρες κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Ανάμεσά τους όπλα, έντυπα, ποτά, καπνός, μερικά κλειδιά και ένας σπασμένος καθρέφτης. Τους φέγγει ένα εκτυφλωτικό φως από έναν λαμπτήρα ανακριτικού τύπου. Στους τοίχους μερικές ανακοινώσεις, κιτρινισμένες από τον καιρό και φριχτά τσαλακωμένες από την υγρασία που μπορεί να σκοτώσει τα πάντα. Απόψε στο κρατητήριο φιλοξενούν μερικές διασημότητες. Για την ακρίβεια, πρόκειται για μερικούς πρίγκιπες με χαντακωμένες βιογραφίες που υπογράφουν με ονόματα ενθύμια, όπως Ian Curtis, Ben Harper, Polly Harvey, Ζακ και άλλα. Κατά βάθος σημαίνουν αγροτόπαιδα με τραυματισμένες ψυχές που κυνηγούν το όνειρό τους στο περιθώριο της πόλης. Φορούν άλλους εαυτούς και έτσι κουβαλούν περισσότερο φορτίο στους ώμους από τον καθένα.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Εκ των έσω»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τα εις εαυτόν

I

ΧΑΡΤΟΠΟΛΤΟΣ

Χαρτοπολτός
για νέα βιβλία που θα τυπωθούν,
θα διατεθούν και θα πουληθούν·
για νέα βιβλία που θα διαβαστούν.

Από παλιά που πια δε θα διατεθούν,
γιατί από κανένα δε θ’ αγοραστούν
και που σε σχολεία δε θα δωρισθούν,

σε βιβλιοθήκες δωρεάν δε θα δοθούν Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τα εις εαυτόν»

Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια

Το παρελθόν κρατά το ρυθμό στ’ ακροδάχτυλα. Οι απαλές γραμμές στα ζυγωματικά, τα μισόκλειστα βλέφαρα και όσα άλλα έχει ζωγραφίσει ο χρόνος πάνω του, γλιστρούν απ’ το πρόσωπο στα χέρια και από εκεί στα πλήκτρα ως μια εναλλαγή σιωπών και ήχων που επαναλαμβάνεται σπειροειδώς προς το επέκεινα. Πού και πού ρίχνει κλεφτές ματιές στο άλλο μισό του πιάνου, όπου το μέλλον παίζει τη μελωδία. Στο μέλλον αρέσει επίσης να ενσωματώνει τα φάλτσα του στην ακολουθία των ήχων αλλάζοντάς την αργά καθώς η μουσική ψηλώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια»

Κατερίνα Σερίφη, Η Βάπτιση

Στις 7 του Γενάρη, μια μέρα μετά των Φώτων, σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου γεννήθηκε ένα μωρό. Ήταν στα μέσα της ζοφερής δεκαετίας του ’70. Η μαμά του, ένα νεαρό  κορίτσι,  μόλις στα δεκαοχτώ του, ήταν η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Το σταμάτησε όμως τη χρονιά πριν δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο για να παντρευτεί τον μπαμπά του νεογέννητου. Έτσι γινόταν συχνά τότε. Οι πιο μεγάλοι αποφάσιζαν για τις τύχες των πιο μικρών και τα κριτήρια δεν ήταν πάντα τα πιο ανιδιοτελή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Σερίφη, Η Βάπτιση»

Αθανάσιος Πάσχος, Θεριστές της νύχτας ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Ιωλκός

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΚΑ

– Σύκα…

Συκαααα… Είκοσι λεπτά το ένααααα…

Φρέσκα. Το πρωί τα έκοψα από το δέντρο μουυυ.

Βασιλικά αα. Σύκα αα…

Όμορφο απόβραδο Αυγούστου. Η παιδική φωνή του αγοριού, γύρω στα έξι, αποτελούσε μια ιδιαίτερη νότα στη γενικότερη εικόνα του μικρού δρόμου που οδηγούσε στο λιμάνι. Δε θα έλεγες ότι έσφυζε από υπερβολική ζωή, αλλά είχε  μια κινητικότητα από  πανσπερμία ηλικιών. Μικροκαμωμένο, φορούσε  ένα κοντομάνικο πουκάμισο και βερμούδα. Μικρός κύριος. Τα μαλλάκια του περιποιημένα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αθανάσιος Πάσχος, Θεριστές της νύχτας ―προδημοσίευση»

Άννα Κυριτσιοπούλου, Χαρταετός

ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

Απαίτηση της ολοκλήρωσης
η συμβίωση του είναι, με τις αντανακλάσεις του στον καθρέφτη του άλλου
το όλον γίνεται ήμισυ
ο προσανατολισμός της μονιμότητας, γνώμονας της αποδοχής
εκλογικευμένος πόθος
οδηγός στη διασταύρωση της οικειότητας με τη φθορά.
Εκεί, που οι ονειροπόλοι επιδιώκουν το απόλυτο
οριοθετώντας την ένταση των ενστίκτων τους
εκεί, εύθραυστη απ’ το γνώριμο, παρατηρώ
την αντανάκλαση μου στο άγνωστο
στο εκ γενετής ανολοκλήρωτο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Κυριτσιοπούλου, Χαρταετός»

Ασημίνα Λαμπράκου, Το ξεμάτιασμα

(τίτλος εκ των υστέρων ή σαν υστερόγραφο:
η αδιαφιλονίκητη υπερβατική δυναμική του αγγίγματος)

 

Στολίδια στα χέρια είχε τα χρόνια της. Έτριψε τις κλειδώσεις, τις τσάκισε, τις ξανάτριψε κι έπιασε το κομμάτι το μαλακό ύφασμα.

Μούσκεψε ελαφριά το πανί κάτω από το βρυσάκι του τοίχου. Έπειτα, πέρασε πάνω του μια δυο φορές το μοσχοσάπουνο που κρατούσε με τη δεξιά της. Μάλαξε το πανί και με τα δυο χέρια και σήκωσε το αριστερό της μπράτσο πίσω από το κεφάλι της γέρνοντας το τελευταίο ελαφριά προς τα ’μπρός κι αριστερά.

Ξεκίνησε από τη καμπύλη της μασχάλης. Απομάκρυνε με αργές κινήσεις τον κάματο της μέρας από το εσωτερικό μέρος θωπεύοντας την περιοχή και το χνούδι της. Έπειτα πήρε την εξωτερική καμπύλη μέχρι τον αγκώνα περνώντας από το κάτω μέρος του μπράτσου. Τεντώνοντας το χέρι, ανέβηκε στο επάνω. Κατέληξε στον ώμο με τον ίδιο αργό τελετουργικό ρυθμό.

Η παλάμη της αγκάλιασε τη στρογγυλάδα του και πήρε το δρόμο για το στέρνο. Οι κινήσεις της γίνανε ανεπαίσθητα πιο αργές καθώς το χέρι με το πανί κάλυπταν την απόσταση ανάμεσα στα δυο στήθη με προορισμό την κάτω επιφάνεια του αριστερού μαστού. Στερέωσε τον τελευταίο μέσα στη αριστερή της παλάμη και τον ανασήκωσε ελαφρά για να φτάσει να καθαρίσει το λαγκάδι από κάτω του. Συνέχισε καλύπτοντας αργά, νωχελικά, και τον υπόλοιπο μαστό ως την τεράστια θηλή της. Εκεί, για πρώτη φορά, κοιτάχτηκε στον μικρό στενόμακρο καθρέφτη που κρεμόταν από το γαντζάκι του τοίχου. Τα χαρακτηριστικά της είχαν απαλύνει και μια υποψία κόκκινου στόλιζε το δειλό χαμόγελό της.

Το χέρι της ακολούθησε σαν ιεροτελεστία, τη στρογγυλάδα της θηλής μέχρι να φτάσει στη ρώγα της. Εκείνην την πίεσε μια δυο φορές ανάμεσα σε δείκτη και αντίχειρα μέχρι να ξεμυτίσει κι έπραξε πάνω της τα δέοντα σα μάνα που ετοιμαζόταν να βυζάξει το παιδί της, ώσπου ρόδισε για τα καλά.

Ξέπλυνε το πανάκι κάτω από τη βρύση, πέρασε εκ νέου δυο χέρια μοσχοσάπουνο κι επανέλαβε τα ίδια με τη δεξιά πλευρά της. Στην κοιλιά και τη ρεματιά ανάμεσα στα πόδια της, έστειλε δυο χούφτες νερό ίσα που να δροσίσει. Όμοια δρόσισε πρόσωπο κι αυχένα. Σκούπισε απαλά τα μέρη της. Πέρασε πάνω της το λευκό νυχτικό με μια μικρή φάσα δαντέλας κάτω από το στήθος. Σ’ ένα σκαμνάκι δίπλα στο κρεβάτι σκεπασμένο με ασπροκέντημα, απίθωσε ένα πιατάκι με λάδι. Ίσιωσε τα μαξιλάρια στο κρεβάτι της. Περίμενε.

Μια μικρή διαρροή στη βρύση του τοίχου, μετρούσε στο λαβομάνο τον χρόνο της αναμονής.

Ο άντρας που σίμωνε, έγερνε φορτωμένος τη τσάντα με τα έγγραφά του λίγο προς τ’ αριστερά και το βάρος της ψυχής του, μπροστά.

Το χτύπημα στη πόρτα είχε κάτι από το φορτίο του.

Η γυναίκα δεν μίλησε, δεν χαμογέλασε, μόνο χάιδεψε το περίγραμμα τού προσώπου του και με τα δυο της χέρια. Έπειτα, κάθισε στηρίζοντας τη πλάτη, βαθιά στα μαξιλάρια του κρεβατιού. Ο άντρας την ακολούθησε κάνοντας τη κοιλιά της προσκεφάλι εις τρόπον ώστε τα πρόσωπά τους να βρίσκονται αντικριστά. Η γυναίκα χάιδεψε και πάλι το περίγραμμα τού προσώπου του. Μετά, από ένα μικρό πορσελάνινο βαζάκι, έσταξε επτά σταγόνες λεβάντας στο πιατάκι με το λάδι δίπλα της. Βούτηξε μέσα δείκτη και μεσαίο και των δυο χεριών της κι αφού τα έπλασε λίγο με τον αντίχειρα, έσκυψε μπροστά, πάνω από το πρόσωπο του άντρα κι άρχισε τις μαλάξεις. Πρώτα τους κροτάφους κι απ’ τις δυο πλευρές ταυτόχρονα, με τους μέσους. Αργά. Πολύ αργά. Έπειτα έβαλε και τους δείκτες να δουλέψουν. Συντονισμένα. Οι αντίχειρες ξεκίνησαν να μαλάσουν τη περιοχή κοντά στ’ αφτιά. Κι όπως τα χέρια της μετακινήθηκαν στη περιοχή πάνω από τα μάτια, η γυναίκα, εξακολουθώντας να ’ναι σκυμμένη πάνω από το πρόσωπο του άντρα ώστε η μυρωδιά του μοσχοσάπουνου απ’ τον κόρφο της να ερεθίζει τη μύτη του, άρχισε να φυσά λόγια κι αέρα προς το μέρος του. Ουσιαστικά κι επίθετα συνοδεία αντωνυμιών άλλοτε κτητικών και κάποτε αναφορικών, σα μάνα που ησυχάζει το παιδί της, σα νόνα που προικίζει το βρέφος, σαν ερωμένη που βαυκαλίζεται με το επιθυμητό, το ανέφικτο. Κι αέρα. Με τα χείλη της να ενώνονται σε φυσούνα σαν ήθελε να διώξει κάτι, ή το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο σαν ήθελε να εμφυσήσει κάτι νέο κι όμορφο.

Ήρθε και γαλήνεψε το πρόσωπο τού άντρα, έκλεισαν τα μάτια, τα χείλη άνοιξαν και φθόγγοι παρά λέξεις έβγαιναν από μέσα τους, ακαταλαβίστικοι. Τότε η γυναίκα έσκυψε σα να σημάδευε τα χείλη, και κάθε που ο άντρας αντιγύριζε στα λόγια και τον αέρα της φθόγγους, εκείνη με μια γκριμάτσα, στωικά ρούφαγε την αγωνία του. Κι όσο τα βογγητά του έβγαιναν πιο απελευθερωμένα, τόσο τα λόγια της γίνονταν ψιχαλιστά μέχρι που έμοιαζε να κουράζεται, να λιώνει, να δακρύζει. Ολόκληρη.

Τα πρόσωπά τους, δυο μισοφέγγαρα λιωμένα που σαν τα ένωνε κανείς θα έφτιαχναν ένα φεγγάρι κατακόκκινο. Κι όλο βουτούσε τα δάχτυλα στο λάδι με τη λεβάντα. Κι όλο έβγαιναν απ’ τα χείλη της λόγια κι αέρας ψίθυρος. Κι από ’κείνου φθόγγοι ακατάληπτοι που η γυναίκα βύζαινε στωικά κι όπως ήταν ο προορισμός της. Κι ίδρωνε, και καρτερούσε, και έλιωνε, και αναστατωνόταν, και δάκρυζε ολάκερη, κι αδημονούσε και μούσκευε.

Γι’ αυτό, τη στιγμή που ο άντρας λαγγεμένος έγειρε πάνω της σαν αρσενικό ψηλαφώντας με τα δόντια του τη θηλή της επάνω απ’ το ρούχο, εκείνη παραμέρισε τις συμπληγάδες των μηρών της και την ώρα που, μεριάζοντας τις όχθες για να κουρσέψει την πηγή της, γύρεψε να αφήσει εντός της και τις τελευταίες σταγόνες της αγωνίας του, η κραυγή της που έσκισε το δωμάτιο δεν ήταν άλλο από τη τελευταία γουλιά τής δικής του πάλης.

Η διαρροή στη βρύση του τοίχου, μετρούσε στο λαβομάνο τον χρόνο που περνούσε, κι εκείνη, στα χέρια της δεν είχε άλλα στολίδια παρά τα χρόνια της.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου, 2010

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Καίτη Παπαδάκη, Δεν βιάζομαι

Όταν πάτησα το κουμπί του ασανσέρ, περίμενα να με κατεβάσει στον χώρο υποδοχής. Θα ζητούσα απ’ τον υπάλληλο να καλέσει ταξί, μια και βιαζόμουν να φτάσω εγκαίρως στο συνεδριακό κέντρο. Τη διαδρομή αυτή θα ήταν ωραία να την ακολουθήσεις πεζός, να περάσεις απ’ τα αξιοθέατα της παλιάς πόλης, το πάρκο, τα καταστήματα, τα οποία στεγάζονταν σε παλιά, ανακαινισμένα με πλήρη σεβασμό στην ιστορία τους, κτήρια. Όμως, ο χρόνος σήμερα ήταν θηλιά στον λαιμό μου και το ταξί θα μ’ εξυπηρετούσε άριστα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Δεν βιάζομαι»