Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Σωτήρης Μëχαλάκις, «Ημερολόγιο παρανοειδούς σχιζοφρένειας»

Σωτήρης Μëχαλάκις, Ημερολόγιο παρανοειδούς σχιζοφρένειας. Μυθιστόρημα. ΠΕΨΑΕΕ – ΑΩ εκδόσεις. [Διορθώσεις Δημήτρης Φύσσας]. Καλύβια, 2021.

Ένας νεαρός άντρας  –σήμερα σαραντάρης– μεγαλώνει στη Λούτσα της Αττικής, ανάμεσα στην πραγματικότητα, τις γυναικείες διαδικτυακές φιγούρες και τις συμπαντικές / κοσμολογικές  φιλοσοφίζουσες ιδεοληψίες του. Παθαίνει ένα σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα, αναρρώνει, διαγιγνώσκεται με σχιζοφρένεια, νοσηλεύεται και αναρρώνει ξανά.  Στο διάστημα της θεραπείας του γίνεται πολυκαλλιτέχνης: ηθοποιός, γλύπτης και κάτι ψιλά, ενώ οι αναζητήσεις του συνεχίζονται.

Σήμερα, με υπολογίσιμη αναγνώριση και εν μέρει παραλλαγμένο όνομα, μας δίνει το ημερολόγιό του μέχρι το 2019, «πειραγμένο» κάπως μυθιστορηματικά, περιοδολογημένο σε έξι «Εποχές» και γεμάτο, εκτός των άλλων, με βιβλιοφιλικές, μουσικές, κινηματογραφικές και τεχνολογικές αναφορές.

Μυθιστόρημα «αλλιώτικο», με τίτλο –ταυτόχρονα– αυτοπαρωδούμενο και κυριολεκτικό.

(Λέξεις 99)

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Εορταστικό Γεύμα

Πρωτοχρονιάτικο εργάκι

σωτερικού γραφείου. Πρόκειται για εκείνα τα απρόσωπα με τα νέον φώτα, τις ψευδοροφές, τα γραφεία μαργαρίτες με τα διαχωριστικά, το κουβούκλιο του φύλακα, πιο πέρα το σκοτάδι. Μια αδειανή σάλα, γεμάτη περιττή επισημότητα. Στο βάθος κάποιος εργάζεται. Το όνομά του είναι Λιούι, εκτελεί διεκπεραιωτικές εργασίες και σε λίγο θα φύγει. Έχει κανονίσει, είναι βράδυ Πρωτοχρονιάς και κάθε τόσο το πρόσωπό του φωτίζει η επαναλαμβανόμενη δέσμη από ένα μικρό, κάτωχρο, πλαστικό δεντράκι που συνοψίζει όλο και όλο αυτό που ονομάσαμε γιορτές. Ακούγονται βήματα, ο Λιούις κοιτάζει, ο φύλακας έχει σχολάσει.]

Λιούις: Είναι κανείς; [τινάζεται από την θέση του, προλαβαίνει μονάχα να πει το όνομά της], Τζούλια; Εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ; [περνά μια σκιά, δεν αποκρίνεται. Μια γυναικεία φιγούρα.] Τζούλια, νομίζω πως μου κάνεις πλάκα. Επειδή, επειδή σου είπα ότι δεν σε αγαπώ και πως όλο και όλο σημαίνει λίγο ξέγνοιαστο χρόνο, έτσι δεν είναι; Είναι άδικο να μην μου μιλάς, μην με αγνοείς Τζούλια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Εορταστικό Γεύμα»

Σκυλίσια Ψυχή του Αύγουστου Κορτώ ―από την Μαρία Ιωαννίδου

Αύγουστος Κορτώ, Σκυλίσια Ψυχή. Εκδόσεις Πατάκη 2018.

Όταν στις δεκαετίες ΄60 κι ‘70, επιστρέφοντας από το κινηματογράφο, οι γυναίκες του σπιτιού χαρακτήριζαν με λάμψη στα μάτια, ένα έργο “πλούσιο” εννοούσαν ότι είχαν θαυμάσει λαμπερά κοστούμια, σκηνικά ακόμα και  περισπούδαστες κομμώσεις. Η ζωή τους μάλιστα άλλαζε για λίγο καθώς επιστράτευαν ράφτρες, κομμώτριες και επιπλοποιούς προκειμένου να αναπαράγουν το μεγαλείο.

Στη Σκυλίσια Ψυχή ο Κορτώ επιστρατεύει τον ατομικό του πλούτο, την ευαισθησία και την οξεία παρατηρητικότητα,  προκειμένου να ζωντανέψει το κεντρικό μύθο. Οι εμπειρίες από τα ταξίδια του,  από τη πρώτη αίσθηση πτήσης αεροπλάνου ως τη θητεία σε νοσηλευτικά ιδρύματα, από τις γνώσεις της ιατρικής ως τη λυτρωτική εμπειρία της ψυχανάλυσης και τον γονεϊκό ρόλο που αναλαμβάνουν όσοι διαθέτουν αξόδευτο στοκ αγάπης, μπαίνουν στο χαρτί για να πλαισιώσουν την ιστορία που διηγείται.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σκυλίσια Ψυχή του Αύγουστου Κορτώ ―από την Μαρία Ιωαννίδου»

Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Ἀπὸ λάθος…

ταν ἄνοιξα τὰ βλέφαρα διαπίστωσα ὅτι ἤμουν τυλιγμένος μέσα σὲ πηχτὸ σκοτάδι. Πρέπει νὰ εἶχα βγῆ ἀπὸ βαθὺ ὕπνο ἢ λήθαργο. Τὰ πρῶτα λεπτὰ βρισκόμουν σὲ μία σύγχυση κι ὅσο κι ἂν προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω ποὺ βρίσκομαι καὶ τί μου συμβαίνει, συνέχιζα νὰ τὰ ἔχω χαμένα. Ὁ νοῦς μου καὶ κυρίως ἡ μνήμη μου ἦταν σ’ ἀδράνεια. Δὲν μποροῦσα νὰ θυμηθῶ τί ἔκανα πρὶν βγῶ ἀπ’ τὸν λήθαργο κι ἀνοίξω τὰ μάτια.

Ἡ ἀπόλυτη κυριαρχία πάνω στὶς αἰσθήσεις μου ἦρθε ἀργὰ καὶ σταδιακά. Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔνιωσα ἦταν μία μεγάλη πίεση στὸν αὐχένα καὶ ἕνας ἔντονος πόνος στὸ κεφάλι ποὺ ξεκίναγε ἀπ’ τὴν κορφή του καὶ διακλαδιζόταν σ’ ὅλο τὸ κρανίο. Αὐτὸ μοῦ ἦταν ἰδιαίτερα ἐνοχλητικὸ καὶ δὲν ἄφηνε, ἀρχικά, τὴν προσοχή μου νὰ στραφῇ ἀλλοῦ παρὰ μόνον στὰ χάλια ποὺ βρισκόταν τὸ κεφάλι κι ὁ αὐχένας μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Ἀπὸ λάθος…»

Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα

Ον

Όταν γράφεις
είσαι μέσα στη μοναξιά
γράφεις την πίκρα σου
ή τη χαρά σου
γιατί δεν βρίσκεις άνθρωπο
να τις μοιραστείς
ιδιαίτερα τη χαρά
κανείς δεν θέλει
να σε βλέπει
να χαίρεσαι
να γελάς Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Όλγκα Τοκάρτσουκ, Πλάνητες

Όλγκα Τοκάρτσουκ, «Πλάνητες». Μυθιστόρημα. Μετάφραση απ’ τα πολωνέζικα Αλεξάνδρα Ιωαννίδου. [Επίμετρο: η διάλεξη της συγγραφέως κατά την παραλαβή του Νόμπελ. Πλείστοι χάρτες εντός κειμένου].  Καστανιώτης, α΄ έκδοση Αθήνα 2020.

Σε συνενοχή με τον/ην αναγνώστη/ώστρια  αναπτύσσει το έργο της η συγγραφέας: εγώ το αποκαλώ «μυθιστόρημα» κι εσύ παριστάνεις ότι συμφωνείς.

Όχι λοιπόν συμβατικό «μυθιστόρημα», μα ένας γοητευτικότατος αχταρμάς από ποικίλα ετερόκλητα στοιχεία, «αληθινά», «μυθοπλαστικά» και μικτά, τα περισσότερα από τα οποία –όχι όλα!–  έχουν να κάνουν με ταξίδια και περιπλάνηση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά (ψυχολογικοί συνειρμοί). Μερικά συστατικά:  ο συχνός κ. Κουνίτσκι, Αθήνα, θαυματοφυλάκια, ανατομία, ελληνικός «καιρός», τρένα, «άγια» λείψανα. Ευκαιρία να μάθετε και τo διπλό λατινικό  «itinerarium». Προσοχή: δεν πρόκειται για ταξιδιωτική λογοτεχνία.

΄Οπως πάντα, τα ελληνικά της μεταφράστριας επαρκέστατα. Βιβλίο δεμένο και κουβερτωμένο, στη γνωστή καλή σειρά του εκδότη.

(Λέξεις 100)