Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Juliet [2015]

Αρχείο 15.12.2015

fav-3

Η τέχνη που γυρεύει
Με κάθε τρόπο
Να ζωντανέψει
Τη στιγμή του χρόνου

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Αν κανείς με ρωτούσε τούτη τη στιγμή, δεν θα μπορούσα να αρνηθώ πως το ζήτημα της ενότητας στις τέχνες συνιστά μια κορυφαία αναζήτηση. Αν κανείς μπορούσε τούτη την ώρα να απευθύνει με ευθύτητα ένα ερώτημα, όπως εκείνο που σχετίζεται με την ειλικρίνεια στην τέχνη και την αυθεντική δημιουργία, τότε δίχως δημαγωγικές προθέσεις ή φιλοδοξίες εντυπωσιασμών, θα υποστήριζα πως ανάμεσα στις μοίρες των φακών και τα αναρίθμητα πεπρωμένα της λογοτεχνικής δημιουργίας υφίσταται μια κορυφαία σχέση. Διότι δεν υπάρχει άλλος επαρκέστερος τρόπος να εντρυφήσει κανείς στην αποτύπωση μιας στιγμής, παρά ακολουθώντας τα διηγηματικά πρότυπα.Η λογοτεχνία ανέκαθεν διέθετε το χάρισμα της περιγραφικότητας, μια ικανότητα συνυφασμένη με το κύρος της και τη δυνατότητα να ενσωματώνει το συναίσθημα μες στο έργο.

Μια αίσθηση στιγμιαίας απώλειας, κομμένες ανάσες, μεταγωγές και ενηλικιώσεις, αποχρώσεις και εντάσεις που με άλλον τρόπο δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν ενισχύουν διαρκώς αυτήν την αίσθηση της κοινής καταγωγής, της παρόμοιας φιλοδοξίας που πληρείται από τις τέχνες τόσο της φωτογραφίας όσο και της λογοτεχνικής δημιουργίας.Η φωτογραφία εικονογραφεί το πραγματικό και το συμβολοποιεί για να έρθει η λογοτεχνία να δικαιολογήσει με τον αφοπλιστικό της τρόπο την ίδια τη ζωή της ως αιτία του εαυτού της. Η τέχνη του λόγου με την αδιαπραγμάτευτη προφορικότητα που τη διέπει συμπυκνώνει την ιδέα μιας ενοχής ή μιας νήσου, ενός αστικού χώρου που δεν μπορεί παρά να συνιστά μια παράφραση του ευφυούς χαρακτηρισμού της ακαδημαϊκού κυρίας Αρβελέρ.Η ρήση του Άγγλου ποιητή Κιτς, για τα πράγματα που αποπνέουν ομορφιά βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της μες στις αναγωγές του λόγου και τα χίλια του πρόσωπα όταν περιφρονεί σχήματα, χρώμα, κίνηση για να προκύψει ιδανικός, σε οικονομία, αισθησιακός με τη ζωή, το θάνατο, τον κόσμο, την ιστορία, τα λάθη. Ευθυγραμμισμένος με τη ζωή. Όπως ακριβώς προέβλεψε ο δικός μας Τοξότης Στέλιος Λύτρας με τη βαθιά συνείδηση του έρωτα και του μεγαλείου μιας νεότητας φθαρμένης, όπως τα εσωτερικά των σπιτιών.

Κάποιοι θα γυρέψουν δράση στις μικρές, θεατρικές πρόζες. Και άλλοι θα επιδιώξουν να εντοπίσουν τα κοινά στοιχεία των σκόρπιων ποιημάτων που τιτλοφορούνται με τ΄όνομα της Μοραιμά, αιώνες μετά το θάνατό της.Και όμως,δίχως καμιά πόζα μα με μια αψεγάδιαστη αποφασιστικότητα οφείλουμε να αποδώσουμε στα ποιήματα ένα ρυθμός τόσο φυσικό όσο και η αναπνοή. Αυτή η γνησιότητα των ειδώλων που επιτυγχάνει η φωτογραφία, δεν αποτελεί παρά μια ένδειξη αναφορικά με την επιβολή των ειδών και την ενότητα που παραμένει ανολοκλήρωτη. Μόνο η εκφορά ενός λόγου γραπτού η προφορικού είναι δυνατόν να υποκαταστήσει την ένταση που συλλαμβάνει ο φακός του ίδιου του δημιουργού, επιτρέποντας πολλές φορές ένα αποτέλεσμα περισσότερο αχαλίνωτο από ποτέ, ένεκεν δικαιοσύνης και αλήθειας.Και της φυσικής όψης των πραγμάτων που επιτυγχάνεται μ΄ακρίβεια στους καμβάδες για να διεισδύσει ελεύθερα σ΄αυτό το θυμικό που συμπυκνώνει η λογοτεχνία. Κρυμμένα μυστικά, κώδικες σωματικοί και μια παιδική ηλικία που δεν σκοτώνεται ποτέ, φέγγουν στη μικρή, την πολλή μικρή συλλογή με το λατινικό όνομα Juliet που αποχαιρετά τους καιρούς μας.

Κάπως έτσι, λοιπόν ζητώ απ΄αυτά τα ποιήματα να γίνουν φωτογραφίες, συλλήψεις στιγμών που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Όψεις του φανταστικού που αντέχουν, εικόνες που θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν τη δυναμική μιας φωτογραφίας, όπως οι αυθαιρεσίες του Ισίδωρου Ντυκάς που καθιστούν την ορθότητα των νόμων εξαρτώμενες από κάτι άλλο, κάτι που διακριτικά τους προσδίδει την αμφιβολία που αρμόζει στο φανταστικό. Έτσι που να αποκαλύπτεται το ωκεάνειο μεγαλείο μιας γλώσσας και το ολοκληρωτικά προσωπικά τσίρκο, όπως το διδαχθήκαμε απ΄τον Χένρι Μίλλερ και τις επιδιώξεις της παγκόσμιας πρωτοπορίας.

*

(φωνή ραδιοφώνου)

Η αγία ανελήφθη απ΄τους βυθούς στις δώδεκα και τριάντα ένα πρώτα λεπτά. Έχαιρε άκρας υγείας, ήτο ευδιάθετη.Είπε ένα τραγούδι για την λαϊκή Μπογκοτά που τόσο αγάπησε σαν ήταν κορίτσι και κοιμήθηκε.

 Μόνο μελανό σημείο στη φιέστα που στήθηκε απ΄το τίποτα οι εικασίες πως λέει το σώμα της είχε κατακλυστεί από εμπόδια και πως ήταν χτισμένη όπως στα παραμύθια, με μάτια πρησμένα απ΄την αϋπνία. Τρεις ολόκληρες μέρες έκανε να μιλήσει η αγία. Και μόνο προς το τέλος ρώτησε κάτι που φανέρωνε διαύγεια.

Έτσι ακριβώς σώζεται στις εικόνες σήμερα. Μέσα απ΄τις λάσπες, με σγουρά, αγορίστικα μαλλιά, να μας αφοπλίζει, διαλύοντας τις φήμες.

 Η πιο θεαματική στιγμή ήταν  όμως  όταν πέταξε ενώπιών μας σαν εκείνα τα αμερικάνικα ποιήματα που συνθλίβονται στην πρωτοπορία.

*

(ένας άνδρας χαμηλώνει την ένταση, φορά κοστούμι αλλοτινού καιρού και είναι σκληρός, πολύ σκληρός με τον θεό του)

Τ΄αμερικάνικα τσιγάρα είναι δυσεύρετο πράμα. Καμιά φορά κάνουν μέρες να φθάσουν εδώ εμπορικά. Κάτι ο καιρός, κάτι οι δυσκολίες του δρόμου. Μόνοι μας κρατούμε όρθιες τις ζωές μας. Με πολύ κόπο. Λοιπόν, έχεις αμερικάνικα τσιγάρα; Δεν αντέχω να περιμένω μια εβδομάδα ακόμη. Ξέρεις, εδώ ο καιρός περνά πλάι στο ραδιόφωνο. Ακούμε σήματα, υποθαλάσσιες φωνές, περνούμε νύχτες ολόκληρες μες στην ταραχή. Κάνουμε ανούσια πράγματα, γράφουμε ποιήματα, ξοδευόμαστε, κουρέλια οι καρδιές μας και εμείς να προχωρούμε με θάρρος εμπρός, μαρς, εν δυο, ως το θάνατο, εν δυο, του αγνώστου στρατιώτη, ίσον μια ολόκληρη ζωή στους ακάλυπτους, με θανάτους, αγχωμένα ταξίδια στην ενδοχώρα, έρωτες και καταστροφές. Θέλω να πω τ΄αμερικάνικα τσιγάρα είναι μια συντροφιά, όταν πλάι στο ράδιο, απ΄το ηχείο του κόσμου φθάνει καθαρή η φωνή σου και πως είσαι ζωντανός σε ένα λέει, προκεχωρημένο φυλάκιο είκοσι χρόνια πίσω απ΄τον αιώνα.

*

Steam Ships Co.

Την γνώρισε στις καθημερινές, πλωτές διαδρομές. Τα ατμόπλοια του συνεταιρισμού Steam Ships Co εκτελούσαν εδώ και τριάντα χρόνια την ίδια πορεία, πάνω στο ρεύμα του ποταμού.

Έμοιαζε μ΄εκείνα τα κορίτσια που αναδύονται ξαφνικά απ΄τα νερά ή τις νωχελικές, ξανθές θαυμάστριες του Μπαχ με την αφοπλιστική  γύμνια.

Αντάλλαξαν τα ονόματά τους και έκτοτε μετρούν ήδη μερικά χρόνια. Η Μπέσι, αυτός την αποκαλεί μικρό μαργαριτάρι των Σποράδων, κοιμάται στην κουκέτα του. Καμιά φορά ελπίζουν πως θ΄αποκτήσουν ένα κανονικό σπίτι. Και υπόσχονται πως θα δουλέψουν ακόμη περισσότερο.

Αυτός απασχολείται στις μηχανές. Εκείνη έχει το πόστο στην πλώρη του ατμόπλοιου. Ένας μικρός θησαυρός μες στο φουστάνι της Μπέσι.

Είναι φριχτό, μετά απ΄όλα αυτά να γνωρίζεις πως η έκρηξη στις μηχανές τον έκανε κομμάτια, πως η Μπέσι σχεδόν τρελή είναι πια μνημείο εκείνου του έρωτα, ένα παλιό θεμέλιο.

*

ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΠΡΑΞΗ

Έργο απεριόριστων πράξεων με κεντρική φιγούρα την ωραία Μοραιμά. Έργο δίχως πρόσωπα, δίχως τέλος, παραδομένο στη μεγάλη σκηνογραφία της ζωής και της ιστορίας

(Ερείπια παλιών κήπων. Σκηνικό αρκαδικό, με διάσπαρτα σπαράγματα μνημείων. Κούροι, Ευρώπες, ένα αμερικάνικο αυτοκίνητο μάρκας Φορντ που τώρα μεσουρανεί στους αγώνες των μεσοδυτικών πολιτειών. Κουφάρια αμαξιών, στα πρότυπα του Αραμπάλ και διαφημίσεις του λιανεμπορίου. Κινηματογραφικές προβολές και τα ρέστα μιας ολόκληρης εποχής. Η Μοραιμά πολύ έντονα μακιγιαρισμένη, κάπως βαμπ με πινελιές κύρους.

Η Μοραιμά δεν είναι απ΄αυτόν τον κόσμο. Φέρει σημάδια μιας άλλης δυναστείας. Σ΄όλη τη διάρκεια του έργου κρατά τη σιωπή της, όπως στα θέατρα του Νο, εκφράζοντας απαλές μεταστροφές , όπως το γύρισμα της μέρας και του αιώνα και τις στιγμές ενός μικρού, έκπτωτου θεού. Καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου εύρωστοι εργάτες από τη Σρι Λάνκα, την Ερυθρά, την πάλαι ποτέ Βαρσοβία, σοβαροί σαν να εκτελούν τον πιο σπουδαίο σκοπό αυτού του κόσμου, γκρεμίζουν και χτίζουν τα σκηνικά. ‘Εχουν πάνω τους στραμμένα όλα τα φώτα, έχουν πάνω τους φωταγωγημένη τη μοίρα μιας κατεστραμμένης τάξης. Καθώς η σκηνή κατεδαφίζεται η ωραία Μοραιμά με μια μετατόπιση της λύπης της κατακλύζει τώρα την πλατεία, υψώνεται ανάμεσα στο πλήθος που την επευφημεί. Κάποτε αυτή η ατμόσφαιρα μεγαλούπολης θα τερματιστεί. Η Μοραιμά αφήνει ένα προς ένα τα υφαντά της να ριχτούν. Είναι  πεσμένες ζωές, κάτι διεκδίκησαν κείθε απ΄τα κιγκλιδώματα του Νίκου Καρούζου. Στα εδάφη της Μοραιμά γεννήθηκε θα πουν, η ιδιοφυία του σώματος. Μια υδρία που συναγωνίζεται την κατατομή της, είναι ό,τι απέμεινε από εκείνες τις αυτοκρατορίες. Οι εργάτες εν τω μεταξύ ακατάπαυστα σέρνουν μεγάλους καμβάδες, το καφενείο, το μπορντέλο, το λεξικό των ρευμάτων που εδώ και αιώνες ακούραστο κυλά στους λαγόνες της. Κάτω απ΄την πύλη της δικαιοσύνης θα εγκαταλείψει κάποτε την αρετή της. Οι εργάτες τώρα χτίζουν ένα αίθριο. Η Μοραιμά επιδεικνύει τα θέλγητρά της στους συνδαιτυμόνες. Το θέατρο παραδίδεται  στο αίσθημα του αθηναϊκού παρνασσισμού , ώσπου ανάβουν όλα τα φώτα απ΄τους ποταμίσιους κοιτώνες.

Τα πιο γαλάζια μου απογεύματα τα πέρασα σ΄αυτό το θέατρο. Τα ονομάζω έτσι γιατί μόνο ένα τέτοιο χρώμα, ουδέτερο μπορεί να επαναφέρει το πρόσωπο της Μοραιμά, το ξέφρενο τραγούδι της, την ηχώ  της σ΄όλες τις κλίμακες, το ύστατο χαίρε στους ποιητές των παρελάσεων, τις παραμορφώσεις των βυθών, τους διευθυντές του κρατικού μηχανισμού, τους κυνηγούς κεφαλών που διατρέχουν τον αυτοκινητόδρομο 66. Η Μοραιμά δεν γερνά. Πάντα μες στο πράο φθινόπωρό της, αμέτοχη απέναντι σ΄όλα. Όμορφη και δαιδαλώδης με τους εραστές της πάντα στις κερκίδες να ποντάρουν όλο τους το είναι για μια ελάχιστη αμοιβή.

Καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου το κοινό μπορεί να προσέρχεται και ν΄αποχωρεί ελεύθερα. Όλα τα ενδύματα εκτείθενται στους διαδρόμους της πλατείας, εδώ δεν υπάρχουν οδοί διαφυγής, εδώ μόνο η γοητεία παλιών ηρώων. Η Μοραιμά σαν άνθος και σαν τίποτε μιμείται τις κινήσεις της πεταλούδας, τινάζει το σώμα της όπως οι χαρταετοί στις ξαφνικές ριπές ανέμων. Κάτι φιγούρες αρχαιοελληνικές, στα πρότυπα των βασιλιάδων μάγων εξέρχονται στη σκηνή μέσα απ΄τα ανεξήγητα ερείπια. Υπερασπίζονται την ελευθερία και την πίστη της ωραίας Μοραιμά με τη σφραγίδα της βαθιάς αφοσίωσης, υποκύπτοντας στις σκηνικές οδηγίες του καιρού. Βιομηχανικά σιλό, ατμομηχανές, ουρανοξύστες, μοτίβα σταθερά ενός  συντελεσμένου αιώνα.

Μια επιγραφή στην άκρη της σκηνής αναγράφει οδός Βαβυλώνος και έπειτα αραδιάζονται αριθμοί περιττοί και σταθμοί χρονολογικοί. Η Μοραιμά αποχωρεί βαδίζοντας αργά όπως στις τραγωδίες, αλλάζοντας πρόσωπα. Γίνεται συνθήκη και μας ορίζει.)

Η ωραία Μοραιμά ανάμεσα στ΄ανάγλυφα της βασιλικής οδού. Η τελευταία απλώνεται σ΄όλο το μήκος του ως τότε γνωστού κόσμου, απ΄τη Μεσοποταμία ως τις ακτές του Ατλαντικού. Η Μοραιμά δεν γνωρίζει τέλος. Γύπες με κρυμμένα, με πρόσωπα μυστικά την περιβάλλουν, έτσι όπως πουλιέται κάτω απ΄τις στοές της Μπολόνια. Ολόκληρη η Μεσόγειος μιλά γι΄αυτήν. Αυτή η Θηβαίς φέρει το διάδημα των πηγών. Απ΄το σώμα της αναβλύζει ο μύθος και τ΄όνειρο των κυανών αναβατών. Η ωραία Μοραιμά καμιά φορά βγαίνει και τραγουδά στην αυλή. Χαλάει ο κόσμος, έτσι όπως σπαράζει η φωνή της.

Την έλεγαν Μοραιμά. Λίγα γνωρίζω γι΄αυτήν. Κάτι σαν τα παράξενα πλάσματα της κολομβιανής τέχνης. Αν έπρεπε να την περιγράψω, τότε θα έλεγα πως ήταν ολόκληρη ένα σύμβολο. Πως μπορούσε αν το θελήσει να οπλίσει τη φαντασία στο βαθμό της τρέλας,  πως υπήρξε επικίνδυνη. Πολλές φορές δοκίμασα να την ζωγραφίσω. Στο βάθος του αίθριου, ανάμεσα σ΄άγρια θηρία και σκιές. Να ξεχωρίζει, με καταγωγή απ΄τις σχολές των ζωγράφων.

Δείξτε μου!

Τίποτε δεν κατάφερα. Δεν έχει τίποτε να δείτε. Αυτά τα σχέδια άλλωστε είναι πολύ προσωπικά, αυτά τα σχέδια ναυάγησαν, υπήρξαν απώλειες, καταλαβαίνετε πως είναι απρεπές απ΄την πλευρά σας, όταν έχετε γνώση του τι μπορεί να συμβεί, εννοώ πόσο εύκολα μπορεί να χάσει κανείς την καρδιά του αν ένα κορίτσι, σαν την Μοραιμά ρίξει τα πέπλα του , αν το ποίημα βρει τη θέση του ανάμεσα στα τραγούδια, αν

*

ΤΑ ΣΟΦΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

Το κορίτσι που ανατινάζεται απόψε στην πίστα κομμάτια απ΄τα ξέφρενα έγχορδα έχει την καρδιά στη διαπασών. Στα μάτια της, ξυπνούν τα θαύματα, η ενοχή αυτού του κόσμου φέγγει πάνω στους δεκαεννέα, ανεπανάληπτους Σεπτεμβρίους της. Στις αυλές της, λένε, αναπαύονται τα σοφά χρονικά αυτού του κόσμου

*

JULIET

Μπήκε χαράματα στη Βερόνα. Σαν εκείνους τους μυσταγωγούς που ανάβουν όλα τα φώτα στα ποιήματα υποκλίθηκε στη νυχτερινή πόλη που παραμένει καλλιτεχνική. Προσευχήθηκε κάτω απ΄τα φρέσκα της βασιλικής, γύρεψε να βρει το κουράγιο. Ζήτησε τη συγχώρεση απ΄τον Άγιο Ζήνωνα, την δίχως όρους ελευθερία της ψυχής.

Η Βερόνα όμως ανήκει στις μυθικές πόλεις με τ΄άσβηστο σινιάλο. Μεσσαιωνικές πλατείες με αναβρυτήρια, ξαφνικά περίπτερα πνιγμένα στη βλάστηση, περίτεχνα, εραλδικά σύμβολα και ερμητικές πόρτες. Εδώ η δουλεμένη πέτρα, η τοιχογραφία και το χρώμα κατέχουν εξέχουσα θέση.

Οι δρόμοι πήραν τα ονόματά τους από τους οίκους των ευγενών που παρήκμασαν κόντρα στο λαϊκό αίσθημα που τόσο απλόχερα τους χάρισε κάποτε την αιωνιότητα. Μικρά καφενεία, αδιέξοδες θέες και το πρόσωπό της κοσμούν το τοπίο έπειτα από τόσα χρόνια.

Εδώ κοιμήθηκε, κάτω από θυελλώδη άστρα στην ακμή της τροχιάς της. Τελευταίο καρέ στα φιλμ εκείνη στο περιστύλιο παίρνοντας πόζες φωτομοντέλου, οικειοποιούμενη όλα τα χαρακτηριστικά των δρόμων. Ανάμεσα στους καθρέφτες της ζωής της ν΄αναγορεύεται αγία. Μια κούκλα πλαστική στο φινάλε του αιώνα. Άκαμπτη, σαν μετά από μέρες να την ανακαλύπτουν ομορφότερη από ποτέ. Πρώτη πάντα ανάμεσα στις σχολές και τα ρεύματα.

Μπήκε χαράματα στη Βερόνα. Γύρεψε να βρει το κουράγιο, η βασιλική, δίχως όρους, συγχώρεση.

Η Βερόνα όμως συνεχίζει να υπάρχει σαν τίποτε να μην συνέβη. Φέρει τα τραύματα της μοίρας  και της ανήκει εξ ολοκλήρου. Επειδή μονάχα εκείνη μπορεί να πει κανείς πως κέρδισε αυτό που λένε, τη μεγάλη διεκδίκηση της ζωής

*

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΔΑΛΙΣΚΗ

Η τελευταία οδαλίσκη λένε, ήπιε τ΄αθάνατο νερό. Κοιμήθηκε πλάι στον βασιλιά, είκοσι μόνο καλοκαίρια φέγγουν πίσω απ΄τα μάτια της. Φορώντας το πριγκηπικό της φόρεμα, χλωμή,  διαλύεται μες στην ιστορία. Ο θάνατός της ήρθε λένε με ήχους ξεριζωμού, με φωνές περσικές. Η τελευταία οδαλίσκη, κατά κόσμον  ιέρεια του τεκνικόλορ, πάλεψε νύχτες ολόκληρες, πιωμένη για να ξεχάσει, ξανά και ξανά στο πλάι εύρωστων μαραθωνοδρόμων. Την ξύπνησαν πόλεις όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σεράγεβο, στους καπνούς των κινητήρων απαντά με τ΄όνομα και την καταγωγή της, σε καρτ ποστάλ απ΄τη συλλογή του καπνού, εν έτη διασώζεται

(ειδήσεις απ΄το ραδιόφωνο. Τιμές εμπορευμάτων, χρυσός, ασήμι, βαρέλι αμερικάνικου πετρελαίου, τιμή πώλησης μετοχής, απ΄τα νερά της Μεσογείου περί τις τρεις τα ξημερώματα ώρα Ελλάδος, επλήγησαν στόχοι των ανταρτών, μιλά επτά γλώσσες και έχει απασχοληθεί στον οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Είναι πρόσφυγας, ένας στο έλεος. Ακολουθεί ημίωρο με τραγούδια της λατινικής Αμερικής. Απολαύστε το πανόραμα)

*

Η ΜΟΡΑΙΜΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Η Μοραιμά έχει πια λησμονήσει για πάντα τ΄ανάκτορα, το αίθριο των λεόντων, τις πύλες. Τώρα προσηλωμένη στους κλασσικούς συνθέτες, ξανθιά, γυμνή και όμορφη σκορπά τις νύχτες της στο Παρίσι, το Μπουένος Άιρες, την παλιά πόλη της Αβάνας. Οι εραστές της, αγόρια καταδικασμένα στη μετριότητα, πραγματοποιούν παράτολμα ακροβατικά νούμερα για να την εντυπωσιάσουν. Απαγγέλουν διά μνήμης αποσπάσματα του Ρεμπώ, διασχίζουν όρη φλεγόμενα, νύχτες αφόρητης μοναξιάς, υποβάλλονται σ΄ανέμους για  χάρη της. Όμως εκείνη πάντα με δυσκολία να ενδίδει. Σε λίγες μέρες το καραβάνι θα συνεχίσει την πορεία του. Η Μοραιμά, σαν τις βασίλισσες της Ιουδαίας θ΄αποχαιρετήσει τα πλήθη  εν μέσω ανένδοτων χειροκροτημάτων, απελπισμένων εκκλήσεων. Φωτισμένη και απαστράπτουσα θα παραχωρήσει  στην πόλη τ΄όνομά της. Όλα θα τ΄αρνηθεί, είναι φτιαγμένη για ν΄αντέξει χωρισμούς, ρεύματα και τάσεις υψηλές , φεγγάρια, ποιήματα, όλμους

*

ΟΙ ΕΠΑΛΞΕΙΣ

Γεννήθηκε στις περιοχές που σήμερα ονομάζονται επάλξεις των πόλεων. Κατοίκησε εκεί για μια ολόκληρη ζωή αφήνοντας σημάδια σε εξώστες και ρυθμούς.

*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com , Υδατογραφία 1991