Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού

Όταν ήμουν μικρός δεν απαντούσα ποτέ στην ερώτηση “Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου”. Το λεξιλόγιό μου δεν ήταν αρκετό για να το εξηγήσω. Τι σημασία έχουν όμως οι λέξεις; Εγώ ήξερα, καταλάβαινα. Ήσουν ένας προσκυνητής του Δρόμου του Καπνού. Ακολουθούσες παντού τα ίχνη του, χανόσουν στα σοκάκια του, και τα πυκνά του σύννεφα δεν σε έκαναν να δακρύζεις. Έψαχνες την απάντηση σε μια ερώτηση που ούτε καν εσύ ήξερες. Κάποτε η αναζήτησή σου θα έφτανε στο τέλος της και τότε θα γυρνούσες πίσω, θα μ’ αγκάλιαζες και θα μου έδινες ένα φιλί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού»

Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα

Η φρίκη του πολέμου

[…]

Τράβηξα έξω όλ’ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. Ήταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτο το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. Ένας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι που ‘ταν αριθμημένα, σιγά-σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τα ‘χα βρει μέσα σ’ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ’ από τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή τού Λαέρτη

Ο Λαέρτης είν’ ένας κοσμοκαλόγερος πού ’χει ξεπεράσει το μεσοστράτι τής ζωής προ πολλού. Έτσι τον αποκαλούν όσοι τον γνωρίζουν καλά, κι αυτοί που τον γνωρίζουν καλά, δηλαδή όσοι τον συναναστρέφονται χρόνια κι εκ των πραγμάτων έχουν καταλάβει, ως ένα βαθμό, την ιδιοσυγκρασία του, είναι λιγότεροι στον αριθμό απ’ τα δάχτυλα τού ενός χεριού.

Ο χαραχτηρισμός τούτος, βέβαια, δεν προκύπτει απ’ την αποστροφή του για τις εγκόσμιες απολαύσεις –αντίθετα, θα έδινε τα πάντα για να μην τις στερηθεί ούτε στιγμή–, ούτ’ απ’ την ευλαβική του προσήλωση στις πρακτικές και στις συνήθειες κάποιας θρησκευτικής παράδοσης, ή απ’ την δουλική προσκόλλησή του σε κάποια μεταφυσική αρχή –ο Λαέρτης δεν πιστεύει σε τέτοια–· προκύπτει απ’ τον τελείως μοναχικό βίο που διάγει μέσα στον κόσμο και τη ζωή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή τού Λαέρτη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Mafalda, una bella

Quino (ARG)

[…Όλοι πανηγυρίζουν στο Μπουένος Άιρες. Μονάχα η Μαφάλντα παραμένει στην θέση της καρφωμένη. Μάλλον είναι θυμωμένη.

 Τι έχεις Μαφάλντα;

 Ξεφυσάει και από την ζωγραφισμένη της τούφα πετούν ένα δυο δεμάτια.

 Ξέρεις, μου χαλάσανε το παιχνίδι εκείνοι εκεί οι τύποι.

 Έκανα πως καταλαβαίνω. Μα η Μαφάλντα συνέχισε.

 Περνώ τις μέρες μου μες στις λεζάντες. Ακούω ραδιόφωνο και αγαπώ τα πρωινά. Με ενοχλεί η αδικία στον κόσμο. Ας πούμε, κάποιοι να λερώνουν το παιχνίδι. Η εθνική μας ομάδα είναι αχτύπητη αυτήν την εποχή, μπορεί να τα καταφέρει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Mafalda, una bella»

Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

[..]Ο πατέρας μου δεν ήταν αυτό που λέμε «έμπορος». Προερχόταν από καλή νησιώτικη οικογένεια, ανήκε δηλαδή στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ανάγκη να κοπιάσουν πολύ για να ζήσουν. Το εμπόριο ήταν ένας συμβιβασμός, μια επιλογή που δεν βασίστηκε στην ικανότητά του να αγοράζει φτηνά και να πουλά ακριβά, αλλά στην προτίμησή του να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, να κάνει τα βασικά για την ενημέρωση του Βιβλίου Αποθήκης και του Καθολικού, και κατά τα άλλα να κλείνει την ώρα που τα καταστήματα έκλειναν και να συναντά τις παρέες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα

Επιτέλους! Μήνες περίμενα αυτή τι στιγμή. Εφημερίες, χειρουργεία, πανδημία, lockdown, αγαμίες. Όλα πήγαιναν χάλια. Αλλά τουλάχιστον για 2 εβδομάδες δεν χρειαζόταν να σκέφτομαι τίποτα απ’ αυτά. Το επόμενο 15νθήμερο θα ήμουν εγώ, η θάλασσα και οι κατακτήσεις μου. Ή απλά εγώ κι η θάλασσα. Οι άνθρωποι που δεν κάνουν μεγάλα όνειρα, δεν απογοητεύονται κιόλας. Αυτό το σπίτι δίπλα στη θάλασσα με την ιδιωτική παραλία που είχα νοικιάσει, ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή που έχω κάνει στη ζωή μου όλη που είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Γιατί πραγματικά στη φάση που ήμουν, νομίζω θα σκότωνα για λίγη ησυχία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα»

Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην

«Mα έχω γιό δεκατεσσάρων χρόνων που τυγχάνει του ενδιαφέροντος και της αφοσιώσεώς μου». Αποκρίθηκε η τριαντατετράχρονη βιβλιοθηκονόμος στις ερωτικές νύξεις του Μιχαήλ, ένα πρωινό του χειμώνα, που ο Μιχαήλ ξεφύλλιζε βιβλία λογοτεχνών στα ράφια μιας δημοτικής βιβλιοθήκης.

Ο Μιχαήλ εγνώριζε από καιρό την βιβλιοθηκονόμο, αφού δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη, αλλά και έδινε σε αυτήν τις κατά καιρούς εκδιδόμενες συλλογές των ποιητικών κειμένων του. Είχε εκφράσει από την αρχή την συμπάθειάν του διά την παρουσίαν της βιβλιοθηκονόμου, και περίμενε τον χρόνο που ωριμάζει τις συνθήκες, για να διατρανώσει την επιθυμίαν του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην»

Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία

– Πως τόλμησες; Με τι δικαίωμα πήρες εσύ μια τέτοια απόφαση για εμένα;

Μανιακοί αιθέρες κατακλύζουν τον ουρανό. Δένουν και λύνουν άυλοι σε σπείρες και στροβίλους, διαφανείς μα τόσο άκαμπτοι σε πυγμή, τόσο στιβαροί σε πείσμα. Αμετανόητοι καταποντισμοί σφυροκοπούν το έδαφος. Οι σταγόνες τους με μεγέθη αδιανόητα σχίζουν, σαν βάρβαρες ορδές που επελαύνουν, καθέτως και οριζοντίως και λοξώς ότι βρεθεί στο πέρασμά τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία»