Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία

Όταν, μετά τα μεσάνυχτα, μπήκαμε στο σπίτι, βγάλαμε παράλληλα ένα βαθύ αναστεναχτικό ιιιιιιιιιιιι, μας έπεσαν οι βαλίτσες από τα χέρια και ανάμεσα σε «πωπω!» και «τώρα;» αρχίσαμε να περιφερόμαστε στα δωμάτια για να δούμε όλα τα πορτάκια και τα συρτάρια ανοιχτά, όλα τα χαρτιά πεταμένα κάτω, όλες τις πετσέτες, τα σεντόνια και τα εσώρουχα στο πάτωμα, τα καλοκαιρινά κολιέ, κάτι παρδαλούδια, σκόρπια στο κρεβάτι και στο χαλί, ανάμεσα σε σακάκια και ζακέτες με τις τσέπες αναποδογυρισμένες. Και τσάντες αδειασμένες και χαίνουσες, όλα τα χαρτομάντιλα και οι μάσκες στο σωρό των πανιών. Και άδειες κοσμηματοθήκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία»

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι δράκοι και οι τρίτωνες

Η Καλλιόπη κι ο Ιάκωβος, δεύτερη γέννα της Βασιλικής Κωνσταντάκη Καλογερή, γεννήθηκαν, με διαφορά δώδεκα λεπτών, δίδυμοι ομοζυγωτικοί (σαν τις εγγονές του Δαλάσου) αν και δεν είχαν το ίδιο φύλο. Ενώ αυτό από μόνο του ήταν εξαιρετικά σπάνιο, ανήκαν επιπλέον και στην ακόμη πιο σπάνια περίπτωση των ημι – διδύμων που μοιράζονται ακριβώς τα ίδια γονίδια με τη μητέρα αλλά έχουν πάρει διαφορετικά γονίδια από τον πατέρα. Όλα αυτά τα γονιδιακά, άγνωστα παντελώς για την εποχή όπως κι η ίδια η επιστήμη της βιολογίας, σχολιάστηκαν κι ερμηνεύτηκαν, στον απόηχο των όσων συνέβησαν, πολλά χρόνια αργότερα.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι δράκοι και οι τρίτωνες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Άρθουρ Γκάλγουει

από την καρδιά της
ιρλανδέζικης εξοχής

«Γράφει ο Άρθουρ Γκάλγουει από την καρδιά της ιρλανδέζικης εξοχής».

Έτσι ακριβώς ξεκινούσε εκείνη η ανταπόκριση. Αφορούσε ένα γεγονός που είχε λάβει χώρα αρκετές δεκαετίες πίσω. Σχεδόν ένας αιώνας με χώριζε από εκείνα τα συμβάντα που εντυπώθηκαν για πάντα στην μνήμη μου. 

Η φυλλάδα βρέθηκε στα χέρια μου από κάποιου είδους παράξενο πεπρωμένο. Δεν είχα λογαριάσει καλά τον χρόνο μου και έτσι όπως κατηφόρισα τον κεντρικό δρόμο, πήρε το μάτι μου το βαρύ, νυσταγμένο λεωφορείο. Έι στάσου, μα εκείνο ροβολάει ως κάτω την λεωφόρο και όλες μου οι ελπίδες πάνε χαμένες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Άρθουρ Γκάλγουει»

Ηλέκτρα Λαζάρ, Μικρή απογευματινή ιστορία

Ο χρόνος εκείνος που αποφάσισα να αφήσω τον χρόνο μου τον δικό μου απολύτως χρόνο να βάλω στην άκρη τη μυθολογία του συγγραφέα και να πιάσω μία δουλειά ήταν κυρίως μία περίοδο θα έλεγα τώρα μόνιμης ανάγνωσης και σιωπηρής παρατήρησης. Γιατί αυτό ακριβώς είχα ανάγκη, μία διαρκής παρατήρηση, ένα πράο μικρό χαμόγελο στο στόμα να οφείλω να κοιτάζω το κάθε τι στη μεγάλη υπόθεση αυτής της πόλης. Και δεν είναι ότι την περπάτησα ούτε την χάζεψα αυτή την πόλη, είναι ότι ακολουθούσα κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο και ήταν οι ώρες τέτοιες που το δρομολόγιο αυτό ήτανε όλη μου η μέρα και η πόλη μου έδειχνε το πιο αντιπαραγωγικό χαμόγελό της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ηλέκτρα Λαζάρ, Μικρή απογευματινή ιστορία»

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Γενέθλια Πόλη ―από τον Απόστολο Σπυράκη

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ ―Συλλογικό. Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

Για μια ακόμη φορά ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης εμπνεύστηκε και δημιούργησε μια πρωτότυπη συλλογή ιστοριών, μια ανάσα δροσιάς στο άγονο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η Γενέθλια Πόλη παρουσιάζει ιστορίες απ’  όλη την Ελλάδα αλλά  και έξω από αυτήν, ιστορίες που δεν έχουν μονάχα σκληρές στιγμές μα και όμορφες όπως εκείνη με τα αγόρια που παίζουν ποδοσφαιράκια ξύλινα  ακούγοντας τον κυματιστό θόρυβο «καθώς κατάπινε την άσπρη μπαλίτσα  το στόμα του τέρματος». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Γενέθλια Πόλη ―από τον Απόστολο Σπυράκη»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Η μεγάλη δίκη τού βιαστή

Εκείνο το πρωί ο X. ξύπνησε μ’ έναν φρικτό πονοκέφαλο. Παρέμεινε, όμως, στο κρεβάτι κοιτώντας επίμονα το κουρτινόξυλο που βρισκόταν τοποθετημένο ακριβώς στον απέναντι τοίχο, πάν’ απ’ το μοναδικό παράθυρο τού διαμερίσματός του. Οι κουρτίνες κάλυπταν όλο το τζάμι και λόγω της πυκνότητας τού υφάσματος, έν’ αδύναμο φως έφτανε μέσα στο υπνοδωμάτιο δημιουργώντας την εντύπωση ότι ακόμα δεν έχει ξημερώσει. Ξεκίνησε να μετράει τους κρίκους απ’ τους οποίους κρεμόταν η κουρτίνα· πίστευε ότι αυτό το μέτρημα θα έκανε πιο υποφερτό το βασανιστήριο τού πόνου ίσως γιατί θα του αποσπούσε την προσοχή του από τούτη την έντονη ενόχληση.
Όμως ο πόνος δεν υποχωρούσε στο ελάχιστο κι όσο κι αν συνέχιζε το μέτρημα δεν θα κατάφερνε τίποτα. Ήταν φανερό ότι έτσι θα πετύχαινε μόνο να καθυστερήσει στο ραντεβού που του είχε ορίσει ήδη εδώ και μια εβδομάδα ο Γενικός. Αυτό τον γέμιζε μ’ ανησυχία όχι μόνον γιατί ο προϊστάμενός του ήταν αυστηρός και δεν επέτρεπε καμμία απόκκλιση, ούτε στο ελάχιστο, από κάθετι προγραμματισμένο απ’ αυτόν, αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος ο Χ. λόγω ανατροφής ήταν άνθρωπος τού καθήκοντος τ’ οποίο έπρεπε να εκτελεί πάντα με στρατιωτική πειθαρχία, όποιο κι αν ήταν αυτό, είτε ήταν ανατεθειμένο απ’ τον ίδιο ή απ’ τους ανωτέρους του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Η μεγάλη δίκη τού βιαστή»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω

Να σου τα πω, λοιπόν, τώρα έτσι που καθόμαστε κι έχουμε την ευκαιρία.

Ο θείος μου και άλλοι ψαράδες από απέναντι έρχονταν και ψάρευαν εδώ, από πάντα. Κι όταν το  ’14 αγρίεψαν τα πράγματα εκεί, τους  πήρε και τους έφερε εδώ, την οικογένεια, γιατί είχε φίλους.

Και μείνανε στης Χριστοδούλας, είχε σπίτια αυτή και κτήματα και με το παραπάνω. Είχε και ένα γιο που αργότερα σκοτώθηκε, αξιωματικός, στον Σαγγάριο. Είχε και μια θυγατέρα, που την  είχε παντρέψει με τον Νικόλα τον Μπουχλή και έκανε ένα κοριτσάκι η καημένη και πέθανε. Αυτός είχε μάνα Κασαμπαδιώτισσα και πατέρα από δω, ντόπιο, παπά, από το σόι, έλεγαν, των Αγαλλιανών, του άγιου Γνάτιου. Και ήταν και δάσκαλος εδώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»