Τασούλα Γεωργιάδου, Αποκαλύψεις

Σάββατο βραδάκι γύρω στις οκτώ. Είχαμε μαζευτεί, ως συνήθως, στο διαμέρισμα εκείνο πίσω από την Αχειροποίητο. Στο πρώτο έτος όλοι οι συντοπίτες ήμαστε μια παρέα. Ήταν φυσικό. Συγκατοικούσαμε δυο-δυο, τρεις-τρεις οι παλιοί συμμαθητές που περάσαμε μαζί στο πανεπιστήμιο. Είχαν σπεύσει οι μανάδες και οι πατεράδες με το που ανακοινώθηκαν τα ονόματα στην εφημερίδα. Πού να βρεις διαμέρισμα κοντά στις Σχολές τέλος Οκτώβρη! Τα είχαν προλάβει οι φοιτητές των μεγαλυτέρων ετών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Αποκαλύψεις»

Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και στο πιο μακριά -κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Άγρα -Συγκεντρωτική έκδοση, ποίηματα-διηγήματαπρόλογος Μαρία Λαϊνά

Ο αναγνώστης των ποιημάτων] αντικρίζει κάτι ολιγόλογο, απροσποίητο, έντιμο και ευθύβολο. Κυρίως όμως βιωματικό και μη, συναισθηματικό και μη – ισορροπημένο με δεξιότητα ακροβάτη σε μια λεπτή γραμμή. Δεν είναι εύκολο να εξομολογείσαι χωρίς ίχνος υποβόσκουσας γκρίνιας, απολογισμού και μετάνοιας. Πόσοι μπορούν να καυχηθούν ότι το πέτυχαν ; Και πόσοι μπορούν να το ζηλέψουν αθώα ;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και στο πιο μακριά -κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η αφαίρεση


Έγινε 100 χρονών!

Έδειχνε η κατάστασή του, όπως εξελισσόταν, ότι θα γινόταν και αυτό. Στα ενενήντα πέντε του πήγαινε για ψώνια, στα ενενήντα οχτώ του έκανε διακοπές στο νησί του.

Στα ενενήντα εννέα του όμως ράγισε τον γοφό του πέφτοντας και από κει και πέρα καταδικάστηκε, από τους γιατρούς, αλλά και από τη δική του προσεκτική στάση ζωής, στη ρουτίνα  με το πι. Από το κρεβάτι στην τουαλέτα, στο τραπέζι της κουζίνας για πρωινό και από κει στον καναπέ για ξαπλωτή διημέρευση, με διαλείμματα για φαΐ, μέχρι να φτάσει πάλι η ώρα για ύπνο. Για ύπνο στο κρεβάτι του, δηλαδή, γιατί και στον καναπέ κοιμάται συνεχώς με την τηλεόραση στο volume 80, γιατί δεν φτάνουν αλώβητα τα αυτιά των ανθρώπων στα 99. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η αφαίρεση»

Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa

Οι ξεναγοί σταματούν με τα λάβαρά τους έξω απ΄την κλειστή πόρτα. Το πλήθος που τους ακολουθεί ακούει με προσοχή όσες απ΄τις λέξεις γλιτώνουν τον χαμό του ανέμου. Αυτό το πλήθος που παραμένει τόσο ανυποψίαστο για τους φαύνους και τις νύμφες που γεννιούνται κάθε νύχτα στην πόρτα του ποιητή, αυτός ο ξέφρενος κόσμος που συνωστίζεται και φωτογραφίζεται και αναχωρεί και κάπου φθάνει ποτέ δεν θα πονέσει όσο ο ποιητής. Και ίσως να μην νιώσει την οδύνη μιας ζωής που καίγεται σε είκοσι πέντε μονάχα χτύπους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa»

Ρογήρος Δέξτερ, σχεδίες

Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου


14.

στη Θεοδώρα Βαγιώτη

Κάτι περίεργα βράδια τού Σαββάτου
Οι νεκροί μπαινοβγαίνουν στα όνειρα
Όπως πάντα σφυρίζοντας αμέριμνα
Λίγο πριν σταθούν να ζητήσουν φωτιά
Για ν’ ανάψουν τσιγάρο
Στα νωχελικά βάθη τού ύπνου
Και ύστερα πέφτει σιγή πολλών λεπτών
Που θα ισοδυναμούσε
– Αν ξέραμε να μετρούμε τον καιρό
Αλλά δεν ξέρουμε – Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρογήρος Δέξτερ, σχεδίες»

Κώστας Ρεούσης-Μπάμπης Λάσκαρις-Larry Cool-Παναγιώτης Θανασούλης, «εν καμίνω» (τέσσερις συνένοχοι) -κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα

Τέσσερις ποιητές που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, με τη δική του πορεία ο καθένας στο χώρο-πεδίο ή ακόμη και «θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων» της γραφής, καταθέτουν τέσσερις ξεχωριστές ποιητικές συλλογές και δημιουργούν μία «συνενοχή» εκ του μακρόθεν με την αρωγή-διαμεσολάβηση του εκδότη Κώστα Κατσικιά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Ρεούσης-Μπάμπης Λάσκαρις-Larry Cool-Παναγιώτης Θανασούλης, «εν καμίνω» (τέσσερις συνένοχοι) -κυκλοφορεί»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ὁ Ὀκτανέριος

Ο Ὀκτανέριος ἦταν θῦμα τῆς εὐνουχιστικῆς ἀνατροφῆς του: Ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς μαμᾶς καὶ τῆς γιαγιᾶς σφυρηλάτησαν μιὰ γιὰ πάντα μὲσ’ στὴ συνείδησή του τὴ δικιά τους ἑρμηνεία γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς σχέσεις. Κι ἦταν μία ἑρμηνεία θεολογική, βγαλμένη ἀπ’ τὰ ἔγκατα τῆς πιὸ αὐστηρῆς ἐκδοχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Ὀκτανέριος ἄκουγε τὰ θηλυκὰ τοῦ σπιτιοῦ (καὶ τῆς γειτονιᾶς) νὰ ἀποκηρύττουν τὴν ἐπανάσταση τῆς σάρκας καὶ νὰ δαιμονοποιοῦν κάθε γενετήσια παρόρμηση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ὁ Ὀκτανέριος»

Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης

Σκαρφάλωνε. Όσο θα μεγάλωνε η μέρα, τόσο θα γαντζωνόταν πιο πολύ απ’ τη ζωή. Θα γέμιζε χυμούς, καθώς ο αέρας θ’ αλάφραινε. Τις νύχτες θα κοιμόταν χωρίς τον φόβο του χιονιά. Τα πρωινά, πίνοντας δροσιά, θα ξεκινούσε απ’ την αρχή. Σκαρφάλωνε. Τώρα μπορούσε να βλέπει δίχως να τεντώνει τις μύτες. Τα σύννεφα θ’ αραίωναν. Τα μάτια του σύντομα θ’ άνοιγαν διάπλατα το ένα μετά το άλλο. Οι αχτίδες, όπως το συνήθιζαν, θα κάθονταν στο μπράτσο του, για να εξερευνήσουν μαζί κρύπτες της άνοιξης. Σκαρφάλωνε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης»