Κωνσταντίνος Μάντης: Γιώργος Σεφέρης «Άνοιξη μ.Χ.»

Αρχείο 13/03/2017

Γερμανικά στρατεύματα στην Πράγα, 1939 -φωτο: Wikimedia Commons

fav_separator

Πάλι μετην άνοιξη
φόρεσε χρώματα ανοιχτά
και με περπάτημα αλαφρύ
πάλι με την άνοιξη
πάλι το καλοκαίρι
χαμογελούσε.

Μέσα στους φρέσκους ροδαμούς
στήθος γυμνό ως τις φλέβες
πέρα απ’ τη νύχτα τη στεγνή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Γιώργος Σεφέρης «Άνοιξη μ.Χ.»»

Τζένη Μαστοράκη, Οι φύλακες

Αρχείο 11/03/2017

fav-3

Μέσα μου αγρυπνούν ωραίες ποιήτριες με τρυφερά χειλάκια και φωνές σουβλερές φυλάνε τον ύπνο μου. Μ’ αφήνουν, αίφνης, να βολοδέρνω σε παμπάλαια σπίτια, μπορεί ακατοίκητα, με θολωτές οροφές και σκληρούς καναπέδες –

(Οι τοίχοι είναι όλο τρύπες, εκεί που ακουμπήσαν καιρό φωτογραφίες και μεγάλα βιβλία, κι όταν καλοπροσέξεις βλέπεις πιό μέσα ένα λαγούμι μακρύ, και στον πάτο κάτι σπαράζει και φέγγει). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τζένη Μαστοράκη, Οι φύλακες»

Αντώνης Κρητικός, Η Τρίχα

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

fav-3

Όντας βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, ήξερα ότι ένα καπρίτσιο είναι όλα. Η ηρεμία είναι μία χίμαιρα και ο διαρκής κυματισμός, η πράξη. Το ήθελα πολύ, το ομολογώ.

Η γκάμα ποικίλε από νηνεμία και παφλασμό μέχρι τρικυμία και κατακλυσμό. Ανάλογα με την εποχή και τη διάθεση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Κρητικός, Η Τρίχα»

Χρύσα Φάντη, «η ιστορία της Σ.» -απόσπασμα

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

favicon

Το λούτρινο

Φελλοί. Επικίνδυνα τοξικά που η άνωση πετά στον αφρό, κηλίδες από πετρέλαια, ψάρια που τα ’χει χτυπήσει µπουρλότο. Σπαρταράτε ή έχετε ήδη ψοφήσει; Είστε πάλι µωρά και βρίσκεστε στο νερό. Ηµιθανείς τραβάτε στα κουτουρού, κάποιοι σας παγιδεύουν µε τις απόχες τους, σας ρίχνουν σε µια σκάφη. Αναπνέετε δίπλα σε έναν καµακωµένο ροφό. Νικητές θαλάσσιου αθλήµατος ή συληµένα από Σκύλες µέλη; Στη στεριά σας υποδέχονται σαν ναυαγούς. Οι άσπρες τουρλωτές σας κοιλιές βουτηγµένες στο αίµα.

Πότε άρχισε; Άρχισε; Όλα περασµένα απ’ την πριονοκορδέλα του χρόνου. Ιστορίες ρετάλια. Ιστορίες που δεν έχουν δόντια κι όµως δαγκώνουν. Στην αυλή σουρωµένα οπίσθια, πέη συνταξιούχων που αποπνέουν κάτουρο, σύννεφα σκόνης. Και µες στα δωµάτια; Τι; Οµολογίες µε εσωτερική φραγή; Ρόγχος που δεν ξέρει πώς να κρατήσει τη θέση του και ξεσπάει σε χάχανο; Άλλο ένα φάντασµα µε αµπαλάζ λώρου; ∆ωµάτια σάβανα, άνθρωποι που προτού έρθει το τέλος τους υπογράφανε συµφωνητικό παράδοσης στα σκουλήκια. Κι οι άλλοι που όλη µέρα έκλαναν, ευτυχείς επειδή το εντεράκι τους λειτουργούσε. Το πρώτο βλέµμα; Ποιο «πρώτο βλέµµα»; Κανένα βλέµµα. Οικειότητα, βαναυσότητα, απουσία, φάντασμα, πανικός. Το µη άγγιγµα, το µη βλέµµα. Το χωριό. Κι αυτή η πανσιόν. Ελάχιστοι πια οι τουρίστες. Σκόνη και χώµα. Μόλις που διακρίνω τους τελευταίους πελάτες. Το πλαδαρό προφίλ ενός Ιταλού, τα νευρωτικά, άσαρκα πόδια µιας Γιαπωνέζας.

Το παρελθόν. Ποιο παρελθόν; Αν µπορούσα να σου διαβάσω αυτές τις αράδες ίσως να το αντικρίζαµε επιτέλους κατάφατσα. Χωρίς τον φόβο, χωρίς τον ίλιγγο, χωρίς την ναυτία. «Ίσως» σκέφτοµαι. «Ίσως τότε. Τα καλοκαίρια». Θυµάµαι πάλι το βελούδινο ύφασµα που έτριβες µέσα στις χούφτες για να µπορέσεις να κοιµηθείς. Η Σ. ανεβαίνει στο κρεβάτι µου, µού ανεβάζει το νυχτικό στην κοιλιά και τρυπώνει στην τριχωτή σχισµή. Με την παλάµη χωνί φέρνω το πρόσωπό µου όσο πιο κοντά στα µισάνοιχτα πόδια µου, όσο πιο κοντά στη σχισµή µου. «Γιατί µε σκάβεις; Πεινάς;» τη ρωτάω. «Σε µυρίζω» µου απαντάει αυτή µεσ’ απ’ την τρύπα. «Και τι µυρίζεις; Το αίµα µου;» «Ποιο αίµα σου;» µου λέει ξεκαρδισµένη. «Ιδρωτίλες, ξινίλες και πούδρες φτηνιάρικες. Αυτά πια αποπνέεις». Ξέρω πως είναι άυλη. Και δεν είχε ποτέ δική της µιλιά, στόµα, µύτη, στοµάχι µε ορέξεις. «Μη νοµίζεις» της λέω. «∆εν είµαι σχιζοφρενής. Μεταξύ µας, ξέρω πως δεν υπάρχεις. Αν υπήρχες, θα έπρεπε τώρα να ήσουν γριά». Εκείνη κατεβαίνει από το κρεβάτι µου και αρχίζει να περιφέρεται στο δωµάτιο. Πίσω της σέρνει έναν αρκούδο τεράστιο που θα τολµούσα να πω πως µου µοιάζει. Ένα τεράστιο λούτρινο που την κοιτάει µε τρυφερότητα, ενώ εκείνη του δίνει φιλάκια, το ντύνει και το ξεντύνει µε κάτι πολυφορεµένα τσιτάκια. «Μπορεί εσύ να µην…, εγώ πάντως πεινάω» της ανακοινώνω και η φωνή µου ακούγεται ιδιαζόντως ψυχρή. Αµίλητη, βάζει τα πασουµάκια της, ναι, εκείνα µε τις ροζ αγκραφίτσες, έτοιµη να µε συνοδεύσει στην κουζίνα. Θυµάµαι αίφνης ότι στην κουζίνα δεν έχει αποµείνει τίποτα, µόνο λίγο ψωµί. Μα κι αυτό τώρα θα είναι πλέον ξερό. Η κόρα του θα έχει γίνει µπετόν κι η ψίχα µια σκληρή µάζα µούχλας. Καλό µου φαίνεται όµως αυτό. Η µούχλα δεν είναι απαραίτητα άσχηµη. Υπάρχουν και περιπτώσεις που θεραπεύει. «Συµφωνείς;» τη ρωτάω. ∆εν µου απαντά, ίσως να µην ακούει. Παιδί πρόωρα γερασµένο, κατεβαίνει µαζί σου τη σκάλα.

favicon
©Χρύσα Φάντη -απόσπασμα από το βιβλίο «η ιστορία της Σ.» εκδ. Γαβριηλίδης, 2016

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Ελένη Σαμπάνη, Μοτιβένιοι στρατιώτες

Αρχείο 09/03/2017

«Εκεί που νομίζαμε ότι στεκόμασταν σε σταθερό και σίγουρο έδαφος, όλα είναι παραδομένα στην αβεβαιότητα και την κίνηση»[1]. Διαβάζοντας τα λόγια του Popper (1969) έπιασα τον εαυτό μου να τα επαναλαμβάνει στη σκέψη, ύστερα στο λόγο και τελικά να τα κρατάει σε ένα χαρτάκι για να γράψει κάτι γι’ αυτά. Έμοιαζε σαν εντελώς φυσικά να ξεκίνησα έναν κύκλο ομοιόμορφων διαδικασιών για να παγιώσω τα λόγια αυτά στη σκέψη. Τότε, ξαφνικά, κάθε μοτιβένια κατασκευή της συνείδησης, μού φώτισε το νου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Σαμπάνη, Μοτιβένιοι στρατιώτες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Παλιές Συναυλίες

Αρχείο 07/03/2017

fav-3

I.
Η μπάντα παίζεικάθε Δευτέρα βράδυ. Ο ντράμερ, που μετρά ήδη δέκα χρόνια στο ίδιο πόστο, υπήρξε ο εμπνευστής. Έπειτα από μερικές αδέξιες προσπάθειες  κατόρθωσε να βρει  τα κατάλληλα  πρόσωπα και ύστερα όλος ο κόσμος τους άνηκε. Εκείνος  μένει πάντα στη σκιά. Τον κυριεύουν οι μουσικές, γεννιέται και πεθαίνει μες στις κλίμακες. Αργότερα το ίδιο βράδυ  θ΄απομείνει μονάχος και θα θυμηθεί όλα εκείνα τα αλησμόνητα χρόνια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Παλιές Συναυλίες»

Μαρουσώ Αθανασίου, τέσσερα ποιήματα

Αρχείο 06/03/2017

fav-3

ΕΧΩ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

συναντιόμαστε στη δεύτερη βόλτα του
μου μαγειρεύει φαγητά της λαμπρής
μου ανοίγει πηγάδια είκοσι μέτρα πέρα απ’ τη θάλασσα
μου τραγουδάει στίχους από παλιά τραγούδια
και θέλει να μπαίνουμε μαζί απ’ την ίδια πόρτα
έτσι που πια
καθόλου δεν τον φοβάμαι Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρουσώ Αθανασίου, τέσσερα ποιήματα»

Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Τα τρόλεϊ πάνε Φάληρο

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Το τ.77-78 του περιοδικού Εμβόλιμον και ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Το τ.77-78 του περιοδικού Εμβόλιμον και ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

fav-3

Προδημοσίευση της συμμετοχής του ποιητή Σ.Π. στο περιοδικό Εμβόλιμον #77-78 (Φθινόπωρο 2015-Χειμώνας 2016),«Αφιέρωμα στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου» Γράφουν: Άννα Αφεντουλίδου, Βασίλης Βασιλικός, Χρύσα Βλάχου, Παναγιώτης Γούτας, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βασίλης Ιωαννίδης, Θωμάς Ιωάννου, Έφη καλογεροπούλου, Βαλεντίνη Καμπάτζα, κ.α.

Ο Τάσος Κόρφης χωρίς να με γνωρίζει προσωπικά, με ανθολογούσε τακτικά στην ετήσια ανθολογία του «ΦΩΝΕΣ» (αυστηρά ένα ποίημα από κάθε ποιητή, ακόμα κι αν είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδα ή περιοδικό κι όχι αποκλειστικά σε βιβλίο), και κάποια χρονιά αποδέχτηκα την πρόσκλησή του και παρευρέθηκα στη γιορτή για νέα έκδοση. Διαβάστε περισσότερα-Continue reading