Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέση τρυφερά βασανιστική…


Είναι κάποιες στιγμές που θέλω να του δώσω μια γερή μπουνιά και να τον κάνω να πονέσει. Θέλω να τον εκδικηθώ για εκείνες τις ώρες της ζωής μου που ξόδεψα και ξοδεύω ακόμα, παρέα μαζί του. Στη δουλειά, διαμορφώνοντας έγγραφα, επιστολές και πίνακες. Στο σπίτι, ροκανίζοντας μέρος από τον ελεύθερο χρόνο μου, χωρίς να το καταλάβω. Παρατηρώ, ενημερώνομαι, σχολιάζω, σχεδιάζω. Ώρες ατελείωτες. Ώρες που αν καθόμουν να τις μετρήσω, θα με έζωνε απελπισία… Όμως, δεν το κάνω.
Κάθε φορά που νοσεί αυτός με ιό, συνειδητοποιώ πόση ανάγκη τον έχω. Mακριά του υποφέρω. Η σκέψη πως μπορεί να τον στερηθώ, με αποδιοργανώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέση τρυφερά βασανιστική…»

Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός

Είναι Μάρτης. Σε ένα στενό συνοικιακό διαμέρισμα στο κέντρο, που πότε λιάζεται, πότε ανεμοδέρνεται από τον αλλόκοτο καιρό, μένει ο Μουσικός. Στο γκρίζο αυτό χαρτόκουτο, που δοκιμάζονται οι νέοι και τιμωρούνται οι μεγαλύτεροι, ο ήχος τρυπάει τα μεσοτοιχία όπως οι λογαριασμοί τρυπούν τη τσέπη τους. Μονάχα ανήσυχα πνεύματα ζουν εδώ. Φοιτητές, φτωχές οικογένειες και πρόσφυγες μονοπωλούν το ετοιμόρροπο οίκημα. Αγωνία, άγχος και φόβος πεταμένα σε ένα καζάνι και σαν ατμός αναδύεται το μείγμα αυτό που ονομάζουν καθημερινότητα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός»

Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου

(Ρέκασμα στον Άσημο Τραγουδιστή)

Όχι πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του θα βαλθούν οι επόμενες γενιές, να βρουν κάποια  στοιχεία που δεν θα είναι βέβαια για την δημιουργική παραγωγή του, όσο για την καταγραφή της περιουσίας, σαν αυτά που ψάχνουν οι τυμβωρύχοι στους τάφους όσων χάνονται στον χρόνο.

Το παράξενο θα ήταν να έβρισκαν κάτι, καθώς  στέγη δική του δεν είχε πάνω απ’ το κεφάλι του, ήταν χρόνια πρόσφυγας, ανέστιος, περιπλανώμενος γιατί βάραινε πάνω του η δικαίωση ενός χαμού αναπόφευκτου, κινημένου από δυνάμεις ανεξιχνίαστης μοίρας, γι’ αυτό, και που δεν είχε κατοικία που άρμοζε σε έναν άνθρωπο του βεληνεκούς του στο οποίο να έχουν παραχθεί πονήματα της μεγαλοφυΐας του, δεν είχε και τόση αξία. Αυτά είναι ιστορίες για κριτικούς, λάτρεις των βιογραφιών, ίσως και για την εφορία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου»

Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών

Είχα από τα δεκαοκτώ μου να βρεθώ στη γενέθλια πόλη τέτοια εποχή, βαθύ φθινόπωρο. Με την αφυπηρέτηση απελευθερώθηκε ο διαθέσιμος χρόνος για διαμονή και έγινε απαραίτητη η τακτική φυσική δραστηριότητα, πεζοπορία σε έντονο ρυθμό μια ώρα καθημερινά. Στη διαδρομή μου κοντοστάθηκα σ’ ένα τρίπατο σπίτι αρχιτεκτονικής των αρχών του ’60. Κατασκότεινο το σπίτι του θείου Άγγελου και της θείας Φανής.

Τέτοια μέρα των Ταξιαρχών κάναμε επίσκεψη οικογενειακώς στο θείο Άγγελο. Όχι, όχι δεν υπήρχε κάποια συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, μες στην φλεβώδη άμμο των αμαρτιών

Ερωτικό

κάθε βράδυ ονειρεύομαι έναν έρωτα αραβικό
με τον ξηρό του αέρα, τα μαυριδερά κορμιά,
την έξαψη και τον ιδρώτα,
κάτω από το αμείλικτο μιας ερήμου αξεδίψαστης

άραγε αυτά να κατέκτησαν την σάρκινη ψυχή
του τρελο-Ρεμπώ; ήταν οι φιλήδονες κινήσεις
των βεδουίνων; ήταν οι νεαροί ανατολίτες,
μύστες των κρεβατιών; ήταν η παραφορά
και η σπερματική υφή του κινδύνου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, μες στην φλεβώδη άμμο των αμαρτιών»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Minotauro

Μικρή πρόζα γραμμένη
σε φύλλα καπνού

ίθουσα αεροδρομίου. Γαλάζιο και πράσινο φως, ατέλειωτες σειρές inox κατασκευών. Και μια θολωτή σκεπή ντυμένη ολόκληρη από λεπτό γυαλί. Μια σειρά από ταξιδιώτες περιμένουν υπομονετικά. Άνδρες και γυναίκες, ένα μωρό παιδί μες στα ζεστά του ρούχα, ένας ροκ τύπος, κάποιος άλλος κομμάτι ρετρό, μα με την συμπαθητικότερη έννοια του όρου, ένα κορίτσι τρομαγμένο με μια συστατική επιστολή που την δείχνει με παγωμένο βλέμμα σε όποιον την κοιτάξει. Κατά μήκος της σειράς των ταξιδιωτών και σε κάθε της πλευρά στέκουν γεμάτοι εξουσία και πάθος για αυτό που φυλάνε τα κατάμαυρα γυαλιά τους. Κραδαίνουν τα κλομπ τους, περιμένουν τον ασύρματο και σπρώχνουν στην φισούνα μερικούς ακόμη. Η αίθουσα ονομάζεται Μινώταυρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Minotauro»

Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα

φωτογραφία αγνώστου, 1897

(ακροθιγώς μια συνομιλία )

Το τέλος γράφτηκε στην ακτή, δίπλα στο σβήσιμο των κυμάτων. Εκεί βρήκα ίχνη της εξαφανισμένης, το ποδήλατο παρατημένο, πιο `κει τα πέδιλα και το λευκό της σάλι, όπως κάποιοι πολίτες των πέριξ μού υπέδειξαν. Τά `φερα όλα στο μυαλό μου τέλος κι αρχή ξανά.

-Και μην μπερδεύεις τη ζωή με τη Λογοτεχνία! Μου πέταξε τη φράση μου σαν το δανεικό ρούχο που το επιστρέφεις στο συγκάτοικο λίγο πριν φύγεις απ’ το κοινό σας σπίτι. Πάρε κι αυτό πίσω σαν να μού ’λεγε. Στάθηκε ένα λεπτό κρατώντας την πόρτα, σαν να `θελε κάτι ακόμα να προσθέσει μα δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε – ειρωνικά ή πικρά, δεν κατάλαβα- την έγειρε και πάει… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα»