Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: el blues de iskariotis

τα ξεντυμένα κόκαλα
μες στην ερημιά
του περιβολιού
λένε όλη την ιστορία

Περπάτησε με αποφασιστικό γρήγορο βήμα, έτοιμος όλα να τα διορθώσει, να πάρει πίσω την τρομερή του ομολογία. Μερικά ποτά στα μπαρ του δρόμου του χάρισαν το κουράγιο που δεν είχε λίγες ώρες πριν. Η δουλειά του είναι να φθάσει ως την είσοδο του μεγάρου της εσωτερικής διοικήσεως και εκεί μπορεί να πει την ιστορία του. Κοιτάξτε, η ιστορία μου απέδωσε αυτόν τον ρόλο, η ανάγκη ξέρετε είναι ένα αδηφάγο τέρας που σου σπαράζει την ζωή, η ζωή μου αξίζει πολλά περισσότερα, τώρα το ξέρω, συγχωρείστε τον, δεν είναι αυτό που γράφουν οι φυλλάδες, μια ευκαιρία ουρλιάζοντας, πεισμώνοντας, κλαίγοντας έξω από τους πάνοπλους φρουρούς του μεγάρου της εσωτερικής διοικήσεως που για να΄ναι κανείς ειλικρινής θυμίζει σε πολλά αυτό το ποιητικό κτίσμα της δικής μας πλατείας Αιγύπτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: el blues de iskariotis»

Ιουλία Γεωργάκη, Τα δάχτυλα

Γνώρισα την Ελένη τυχαία. Καθόταν σ’ ένα καφέ της πλατείας έχοντας δίπλα  της ένα μεγαλόσωμο ήσυχο σκυλί . Την πλησίασα να χαϊδέψω το ζώο και πιάσαμε κουβέντα για το σκύλο. Μού άρεσε το ήρεμο χαμόγελό της και πρόσεξα πώς κοίταγε τα χέρια μου. Τά κοίταξα και εγώ μήπως είχαν κάτι και δεν το είχα δεί. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά και μου ζήτησε συγνώμη αλλά ήταν κάτι ,είπε στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Της άρεσε να παρατηρεί τα χέρια των ανθρώπων. Τράβηξα μια καρέκλα και έκατσα ρωτώντας τη αν ενοχλώ , πιο πολύ για τους τύπους αφού ήδη είχα κάτσει συνεχίζοντας να χαϊδεύω το σκυλί της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιουλία Γεωργάκη, Τα δάχτυλα»

Λεωνίδας Καζάσης, Ο εγγονός

«Αν γεννιόσουν από φτωχούς γονείς, δεν θα σκεφτόσουν έτσι και δεν θα τα έλεγες αυτά, γιατί τα παιδιά των εργατών και των υπηρετριών ήταν πρώτοι μαθητές, και αργότερα στη ζωή τους προσπάθησαν, να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνίας, ώστε σήμερα να είναι γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι. Θυμάμαι τον κυρ Σταύρο που έλεγε: «κύριε Μάνο, μπορεί εγώ να κουβαλούσα τσιμέντο σε όλη μου τη ζωή, αλλά η κόρη μου βγήκε φιλόλογος και ο γιος μου μικροβιολόγος». Όχι σαν εσένα που τα είχες όλα και δεν πείνασες, δεν κρύωσες, δεν είδες να υποτιμούν τους γονείς σου, γι’ αυτό δεν θέλεις να δουλέψεις και να κάνεις κάτι στη ζωή, αντί να μιλάς για λίγες υλικές ανάγκες και για έρωτες». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ο εγγονός»

Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Μαγκριτικό

Portrait of Magritte in front of his painting The Pilgrim, taken by Lothar Wolleh in 1967

Ξαναδιαβάζω με ανησυχία την βιογραφία του Μαγκρίτ μήπως και κάτι μου ξέφυγε, μήπως στις εμπειρίες του έτυχε να ζήσει  μια θανατηφόρο επιδημία, ένα απεχθές βίωμα σε επικίνδυνη μολυσμένη ατμόσφαιρα, μια απειλή χημικών  αερίων που έβαλαν σε κίνδυνο τη ζωή του, τη σωματική του ακεραιότητα όπως για παράδειγμα συνέβη στον ήρωα εκείνης της παράξενης ταινίας, τον  Άνθρωπο που μίκραινε

Σε μια τέτοια περίπτωση βεβαρυμμένου παρελθόντος που απαίτησε ολική προφύλαξη  προσώπου και την οποία ο διάσημος Βέλγος υπέστη σε σημείο να κρατήσει έντονη την ανάμνηση της  δυσφορίας του, οφείλει προφανώς  την  έμπνευσή του να ζωγραφήσει  τούτο τον πολύ γνωστό ανοίκειο πίνακα που  έχω τώρα μπροστά μου  και που τελευταία έχει αποκτήσει τόση επικαιρότητα: Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Μαγκριτικό»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Το διαφθορείον

nam nunc lenonum et scortorum plus est fere,
quam olim muscarum est cum caletur maxime
Plautus, Truculentus

Ωραίες μου κυρίες, θεωρείτε ότι η πολύωρη κι η εξαντλητική δουλειά με την τσάπα και το φτυάρι, η έλλειψη ανέσεων κι οι καθημερνές έγνοιες καταστέλλουν στους άντρες κάθε επιθυμία για τσιλημπουρδίσματα και τους στερούν την ευστροφία τού νου· μια ευστροφία που μπορεί να οδηγήσει στην ανακάλυψη μύριων τρόπων ικανοποίησης, στα κρυφά, αυτών των επιθυμιών. Δεν τολμάτε να παραδεχτείτε ότι κάθε παρόρμηση που καταπνίγουμε κατατρώει σαν σκουλήκι την ψυχή ώσπου στο τέλος αρρωσταίνει αυτή από νοσταλγία για όλα όσα απαγόρευσε στον εαυτό της κι ότι οι τερατώδεις κανόνες τής κοινωνίας τα μετέτρεψαν σε παράνομα κι εξωφρενικά. Μα ακόμα κι αν υποθέσω ότι είστε συνεπείς και σωστές στα συζυγικά σας καθήκοντα και ικανοποιείτε τις λιμπιντικές ορμές των συζύγων σας, αυτοί θα βρίσκουν πάντα τον τρόπο ν’ «αμαρτάνουν» (όπως κι εσείς εξάλλου!), γιατί στο τέλος αυτό που μετράει είν’ η ανάμνηση μιας ευχάριστης και φιλήδονης περιπέτειας!  

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Το διαφθορείον»

Καίτη Παπαδάκη, Άνθη πορτοκαλιάς

Αυτή τη σεζόν θα φορεθούν  τα μπλε και οι παντελόνες  θα  έχουν την τιμητική τους. Τέλη  Μάρτη, οι θερμοκρασίες σιγά-σιγά ανεβαίνουν, ο ήλιος ψηλώνει στον ουρανό. Στα  περιοδικά κυριαρχούν τα έντονα χρώματα . Ακόμα μια άνοιξη.  Πάντα ο Απρίλης ήταν μήνας  γλυκός.  Όμως, πρώτη φορά ένιωθε να τρυπώνει στο μυαλό  χειμώνας. Κάθε που άνθιζαν οι πορτοκαλιές, έβγαινε στο μπαλκόνι, ανάσαινε βαθιά. Το αεράκι έφτανε στα ρουθούνια  φορτωμένο αρώματα. Τώρα, τα άσπρα μικροσκοπικά λουλούδια, στροβιλιζόμενα στον ελαφρύ νοτιά,  θύμιζαν  νιφάδες χιονιού, άοσμες, άγευστες, κρύες. Ο Απρίλης της  σκληρός σαν πέτρα  απειλούσε  να μπει μέσα. Οι σκούρες κουρτίνες με μιας έκρυψαν το απροσδόκητο θέαμα. Τα πατζούρια σφραγίστηκαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Άνθη πορτοκαλιάς»

Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέδια εν λευκώ

―Διακρίνεις κάτι στο βάθος; ρώτησε η Ξένια με αγωνία, τεντώνοντας τον κορμό της από τη μέση και πάνω. Καθόταν στην πολυθρόνα και περίμενε ανυπόμονα να ακούσει τι θα έλεγε η φίλη της.

-Εμένα μου φαίνονται σαν ζώα. Το ένα μοιάζει με αρκούδα, το άλλο με ζαρκάδι. Καθαρός ορίζοντας, καθαρό και το περίγραμμά τους, είπε η Λένη χωρίς αμφιβολία.

-Αποκλείεται! Τα ζώα αυτά δεν μπορούν να συνυπάρξουν στα ίδια περιβάλλοντα.

-Μα τι λες τώρα; Είπε η Λένη ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής, φανερά ενοχλημένη. Για έλα από τη μεριά μου! Τι βλέπεις από δω;

Η Ξένια σηκώθηκε με προθυμία. Πλησίασε τη φίλη της. Εστίασε το βλέμμα της στο συγκεκριμένο σημείο που της έδειχνε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέδια εν λευκώ»

Ελένη Χαϊμάνη, Κρουαζιέρα

Το πλοίο της γραμμής ήταν ανάστατο. Φωνές πάνω στο κατάστρωμα. Ο καπετάνιος, είχε ξεκινήσει για το προγραμματισμένο του ταξίδι δίχως ίχνος προβληματισμού, το ένστικτό του ήταν αλάνθαστο μόνο για τον καιρό. Κι αυτή την φορά ο καιρός ήταν με το μέρος του, τίποτα δεν προμήνυε κακοκαιρία και ταραχή ∙ συνήθως όταν είχε το αίσθημα, εκείνο το αίσθημα του φόβου, ένιωθε το σούβλισμα στα πλευρά του σαν μαχαίρι, να διαπερνά τη σάρκα. Αυτή την φορά όμως  ο καιρός ήταν υπέροχος. Ξεκίνησε λοιπόν από το σπίτι του με  διάθεση αρκετά καλή.

Το ταξίδι στο πλοίο της γραμμής ξεκινούσε νωρίς το πρωί με το πρώτο φως της ημέρας και κατέληγε με την επιστροφή του αργά το απόγευμα. Διαδρομή που έκανε κοντά δέκα χρόνια τώρα, με μόνο ευτράπελο στο βιογραφικό του τον καιρό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Κρουαζιέρα»