Μάουρα Ρομπέσκου, Το σημάδι

Είχε ένα σημάδι, κεντημένο ψηλά στο μπράτσο. Δεν ήταν ζωγραφισμένο από τρελού γυρολόγου την βελόνα. Μήτε γραμμένο από ξόρκια μάγισσας. Μόνο από γέννας κάμωμα, μία τριπλή σφύρα, τον είχε λεκιάσει.

«Μεγάλη τύχη». Πρόβλεψαν οι γηραιοί.

«Τριπλή εύνοια των θεών» αποφάνθηκαν οι αστρολόγοι.

Τίποτα από δαύτα δεν γνώρισε. Ακροπατούσε, την κορφή της ζωής του. Να ροβολήσει την άλλη της πλευρά, ετοιμαζόταν. Κοντά, σαράντα χειμώνες είχε μετρήσει. Σαράντα χειμώνες γιατί τα καλοκαίρια δεν έφταναν μέχρι εκείνον τον ξεχασμένο, από το ήλιο, τόπο. Η μάνα του… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάουρα Ρομπέσκου, Το σημάδι»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ήρεμες Μεγαλειότητες

Η παλιά, ιατρική σοφία
Της σχολής του Σαλέρνο
Προβλέπει για τον καθένα μας
Ένα γερό μεθύσι
Απάνω στο κλείσιμο
Κάποιου μήνα
Ε. Ντ΄Ορς

Οι συνεντεύξεις που μας έστειλε ο Χουάν ήταν στα αλήθεια παράξενες. Η απομαγνητοφώνηση κράτησε μερικές ώρες, μα όταν σκύψαμε πάνω από το πρώτο εκείνο δείγμα, η αλήθεια είναι ότι οι συνεργάτες αισθάνθηκαν μια πρωτόγνωρη αμηχανία. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν βρεθεί τόσο κοντά σε παρόμοιες υποθέσεις. Υπήρχε βεβαίως και το ντοκουμέντο εκείνης της παλιάς αρτίστας, σε στυλ Στέλλας Γκαστέλε με τις περιποιημένες δεκαετίες, κρυμμένες πίσω από τα βαθιά σημάδια του χρόνου  που σχεδίαζε από καιρό το ταξίδι της μα αυτό είναι άλλο. Οι αρχισυντάκτες αποφάσισαν να μην δημοσιεύσουν τις συνεντεύξεις. Ζήτησαν να αντικαταστήσουμε το θέμα με ένα από εκείνα τα κλισέ, μα ο νους μας ταξίδευε διαρκώς σε ότι ακούσαμε πως συμβαίνει στο μητροπολιτικό νοσοκομείο. Ο Χουάν έστειλε τα παρακάτω λόγια, σαν εισαγωγή στο υλικό του. Ακόμη και σήμερα, όταν ακούσω αυτές τις παλιές λέξεις, νιώθω την ανάγκη της προσευχής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ήρεμες Μεγαλειότητες»

Νίκος Βαράκης, Έρωτας στα χρόνια της πανδημίας

Ίσως ήταν ο μόνος στην παρέα του που στεναχωρήθηκε επειδή έκλεισαν τα σχολεία. Όλοι οι άλλοι οργάνωναν διαδικτυακά «κορωνοπάρτι», για να γιορτάσουν το γεγονός της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και αυτός θα ήθελε να κάνει «κορωνοκηδεία». Οι άλλοι το μόνο που σκεφτόντουσαν ήταν πως θα γλιτώσουν το σχολείο και εκείνος πόσο θα του έλειπε. Όχι, όχι επειδή ήταν σπασίκλας. Που ήταν, όντως, όμως το ζητούμενό του δεν ήταν οι ακαδημαϊκές του επιδώσεις. Αυτές μπορούσε να τις έχει και από το σπίτι. Αυτό που δεν μπορούσε να έχει από το σπίτι, ήταν εκείνη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βαράκης, Έρωτας στα χρόνια της πανδημίας»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Κώστας Αρκουδέας, Επικίνδυνοι συγγραφείς

Κώστας Αρκουδέας, Επικίνδυνοι συγγραφείςΕκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2019

Εκπληκτικό από κάθε άποψη βιβλίο: σπουδαία σύλληψη, μεγάλος μόχθος στην εκτέλεση, όμορφη δεμένη έκδοση. Ο Αρκουδέας μιλάει,  ούτε λίγο ούτε πολύ, για εκατοντάδες βιβλία και συγγραφείς που κατά καιρούς ενόχλησαν χριστιανούς, σταλινικούς, ναζιστές, μουσουλμάνους, σεμνότυφους, πολιτικά ορθούς, εθνικιστές, (αντι)ρατσιστές, φαλλοκράτες και ποικίλους άλλους κοσμοδιορθωτές, με αποτέλεσμα φόβους, (αυτο)λογοκρισίες, αυτοκτονίες, κατασχέσεις, απαγορεύσεις, πυρές, διώξεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις. Από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, τον Τζόις, τον Πετρόπουλο, το Γουάιλντ και τον Μπράντμπουρι, μέχρι το Ρούσντι, την Γκόρντιμερ, τους Μαν, τη Σωτηροπούλου, το Μαγιακόφσκι – όλοι/ες είναι εδώ σ΄ ένα μνημείο κατά της μικρόνοιας και μισαλλοδοξίας. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα για κάθε συγγραφέα και αναγνώστη.

(Λέξεις 100)

Καίτη Παπαδάκη, Εξομολόγηση στην κόψη

Αν είχε φτάσει εκείνο το γράμμα, τώρα θα ζούσανε. Θα ήταν μαζί. Θα τα καταφέρνανε. Την έχθρα των δικών τους  θα νικούσε ο έρωτας. Αν το γράμμα είχε φτάσει στα χέρια του, αν ήξερε πως εκείνη δεν είχε πεθάνει στ’ αλήθεια… Τι όνειρα λες να περνούσαν απ’ τα κλειστά της βλέφαρα; Κοιμισμένη, όχι νεκρή, δυο μέρες και δυο νύχτες, τι ελπίδες να ζέσταινε ο ύπνος στο προσκεφάλι της; Τι φως στα μάγουλά της να έριχναν οι προσδοκίες;

Την είδα μετά, μέσα σε λίμνη από αίμα. Όμορφη ακόμα, τυλιγμένη στα κόκκινα. Σκέφτηκα πως κολυμπούσε σε λίμνη από ρόδα και δεν έκλαψα. Την είδα στην παγωμένη αγκαλιά του και τότε  δάκρυσα. Τίποτα δεν έγινε  όπως το είχα υποσχεθεί στον πατέρα Λαυρέντιο, όταν μου έδωσε το γράμμα για τον αγαπημένο της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Εξομολόγηση στην κόψη»

Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής

Τρώω αργά το πρόσωπο σου, είμαι ξανά στο πεινασμένο δωμάτιο, με κοιτάζεις με τα μάτια απλωμένα σε κομμάτια.
Οι ίριδες των ματιών σου μου θυμίζουν Ανατολή, τα χέρια σου με εκπαιδεύουν στην πείνα, πως να πεινάει κανείς για την αφή.
Πως να κοιτάζει κάποιος ξένα μάτια και να νιώθει στιγμές στιγμές πως είναι δικά του.

Ο έρωτας είναι ένα είδος απείθαρχης εκπαίδευσης.

Ένα λιοντάρι μπαίνει στο δωμάτιο, με κόβει σαν ξυράφι η ματιά του.
Μου μιλάει, (είσαι πολύ δυνατή πρέπει να το θυμηθείς πάλι).
Λέω, ( το θυμάμαι μέσα από εκείνον).

Μας κοιτάζει, βρυχάται.
Το δωμάτιο φοβάται, τα έπιπλα τρίζουν.
Έπειτα φεύγει, το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής»

Νίκος Βαράκης, Αποφυλάκιση

❇︎

«Ένα πακέτο τσιγάρα, ένας αναπτήρας, 200 ευρώ, ένα κινητό-παντόφλα…» ξεφεύγει ένα γέλιο στον αστυνόμο. «Καπνίζεις;», τον ρωτά με ψυχρό ύφος. «Όχι, το έχω κόψει…». «Αλλιώς, να σε κέρναγα γιατί αυτά πια δεν καπνίζονται…». «Να είσαι καλά σε ευχαριστώ».

Τα ρούχα του, του τα έφεραν στο κελί. Του ήταν τεράστια. Τόσα χρόνια εκεί μέσα λες και έλιωσε…

Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε μια τελευταία φορά την βόλτα στο προαύλιο. Κάθετα αυτή την φορά, προς το φυλάκιο της εξόδου, όχι γύρω-γύρω. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω μην γίνει στήλη άλατος. Μόνο μπροστά, από εδώ και πέρα μόνο μπροστά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βαράκης, Αποφυλάκιση»

Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί

Κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα από την ίδια, ότι δεν μπορεί να κοιμάται τα βράδια δίχως το ποτήρι της, που είναι γεμάτο με  κόκκινο κρασί. Ναι το κρασί, το κόκκινο αυτό κρασί. Πάντα ξεχώριζε από τις άλλες που την περιτριγύριζαν κάνοντάς την πότε να αισθάνεται ασήμαντη και πότε υπεροπτική και απλησίαστη. Κρατά σφικτά το ποτήρι της. Ναι, το ποτήρι αυτό με το κόκκινο κατακόκκινο κρασί, ένα ποτήρι κρασί που την συντροφεύει κάθε μα κάθε βράδυ.

Αυτό το ποτήρι με το κόκκινο κρασί είναι η μόνη συντροφιά της. Του μιλά με τρυφερότητα, πάντα ήταν τρυφερή με όποιον βρίσκονταν  κοντά της, μα τώρα, τα τελευταία χρόνια έχει συντροφιά της  μόνο ένα ποτήρι κρασί, αυτό το υπέροχο κόκκινο κρασί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί»