Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…

Κόβει ξύλα για το κρύο λέει.. Γυμνός από τη μέση και επάνω , ζεστός ο Απρίλης και ο επόμενος χειμώνας  αργεί.  Ενας προνοητικός   μεσήλικας μπροστά από την παράγκα του, συγκεντωμένος στο τακτικό του χτύπημα.  Από κάτω η ρεματιά, από πάνω ο δρόμος. Εκείνος ανάμεσα. Ο ήλιος ανάμεσα κι αυτός καθότι διστακτικός  σήμερα μεταξύ παρουσίας και απουσίας.

Κόβει ξύλα για το κρύο. Από πότε; Δυσκολεύεται να απαντήσει. Η Μάργα, με τα μαργιόλικα μάτια, εξ ου και το όνομα της, τον παρακολουθεί κουλουριασμένη στο χώμα δίπλα του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…»

Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. Χρώματα μαβιά και σύννεφα ήταν σκόρπια εκεί έξω. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σε λίγες μέρες είχαν επέτειο γάμου. Άραγε θα τη θυμόταν εκείνος; Σα να ήταν χτες που αντηχούσαν στ’ αυτιά της τα λόγια της προξενήτρας, της συγχωρεμένης της Φώφης: «Πολλές θα ζηλέψουν την τύχη σου». Αν ήταν τώρα εν ζωή, θα ήθελε να της τα ψάλλει. Άσε που θα της ζητούσε πίσω και το καπιτονέ παλτό που της είχε αγοράσει ως αντάλλαγμα για τις «υπηρεσίες» της. Αυτές κι άλλες σκέψεις φλυαρούσαν στο κεφάλι της σαν κουτσομπόλες της γειτονιάς. «Ελάτε να δείτε πόσο όμορφα περνώ…» Αν μπορούσε θα τις προσκαλούσε, να δουν τις πολυτέλειες του σπιτιού, να θαμπωθούν. Είναι αμφίβολο, όμως, αν θα καταλάβαιναν τίποτα άλλο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές

Υπήρξε και κάτι καλό στον κοροναϊκό εγκλεισμό. Μάθαμε, όσοι τυχεροί δεν μένουμε σε πυκνοκατοικημένα κέντρα, τα ρυάκια της περιοχής μας, τις αλάνες, τα οικόπεδα με τις μαργαρίτες. Μικρο-τοπία. Με τη μάσκα και τον φόβο κάνεις τη βόλτα και βλέπεις την αλλαγή των εποχών στα πλατάνια στο ρέμα και στα λουλούδια των άδειων οικόπεδων. Η διαδρομή είναι σχεδόν δεδομένη, ίδια, ασφαλής αφού επιλέγεται ώστε να παρακάμπτει ουρές μπροστά από καφέ και σουβλατζίδικα και τράπεζες, ξεκούραστη, αφού τριγυρίζει αποφεύγοντας τις ανηφοριές, ευχάριστη, αφού επιλέγονται οι δρόμοι με τα ωραία σπίτια και την αρύτερη κίνηση. Αλλά, κατάντησε κάπως βαρετή… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ

Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019

Πρώιμη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία 26 κεφαλαίων (πρώτο: «Μια εξοχή στην κόλαση», τελευταίο: «Πιάστερ ιν δε rye» κι ο νοών νοείτω), ροκάδικη, «νευρική», κεφάτη και φευγάτη, από το φίλο δημοσιογράφο: κύρια μέσα από «συνομιλίες» με τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον Σάλιντζερ και ιδίως τη θρυλική «διπλή» μεταφράστρια του «Φύλακα στη σίκαλη», την Τζένη Μαστοράκη• μετασταθμεύσεις: Ξάνθη, Σαλόνικα, «κωλοαθήνα», Νέα Υόρκη, Παρίσι κλπ• αναφορές: Παπαδιαμάντης, Χατζηπαναγής, γέννηση του ροκενρόλ, «Αλίκη στις πόλεις», Μέριλιν Μονρό, Γουινόνα Ράιντερ, Σώτη Τριανταφύλλου, Χρήστος Χωμενίδης,  προσωπικά πολλαπλό 1984, Εντ Σάλιβαν σόου κλπ. Πλούσια, απρόσμενη  εικονογράφηση.  Περιεχόμενα, Ευρετήριο θα βοηθούσαν.

(Λέξεις 100).

Μάουρα Ρομπέσκου, Έτος 2037

Το ξυπνητήρι, χτύπησε με τον προεπιλεγμένο ήχο. Το κορίτσι ανακάθισε τρίβοντας τα μάτια του. Έριξε μια νυσταγμένη ματιά στο ρολόι. Έγραφε 7:46.  Είχε 1:14 μέχρι να αρχίσει το μάθημα. Πάτησε βαριεστημένα τα πόδια στο πάτωμα. Τα δοκίμασε πριν αφήσει όλο το βάρος της, πάνω τους. Κάθε μέρα τα ένοιωθε πιο αδύναμα. Δεν έπρεπε να χάσει και σήμερα την πρωινή της γυμναστική. Ο πατέρας, ισχυριζόταν πως αν συνέχιζαν έτσι, σε μερικές εκατοντάδες χρόνια, το ανθρώπινο είδος θα γεννιόταν δίχως πόδια, όπως τα πλάσματα που ζούσαν σε πολύ βαθιές, δίχως φως σπηλιές. Το είδος τους, γεννιόταν δίχως μάτια, αφού δεν τα χρειαζόταν για να βλέπει. Είχε αναπτύξει άλλες ικανότητες για να κινείται. Ίσως και το ανθρώπινο είδος, να ανέπτυσσε την ικανότητα της αιώρησης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάουρα Ρομπέσκου, Έτος 2037»

Ειρήνη Θυμιατζή, Κόκκοι άμμου

Οι χρωματιστοί κόκκοι άμμου κυλούσαν αργά και ήρεμα στην κλεψύδρα, όπως και οι μέρες του τον τελευταίο καιρό. Μόλις είχε μπει ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, ο μήνας που πότε κλαίει και πότε γελά, όπως κι ο Διονύσης.

Ξύπνησε από αιχμηρούς πόνους στην πλάτη, προσπαθώντας να αλλάξει θέση. Δεν μπορούσε μόνος του. Τη φώναξε, για να νιώσει μια παρουσία δίπλα του. Ζήτησε λίγο καφέ ζεστό. Δεν ένιωσε γεύση. Αρνήθηκε να βάλει λίγη φρυγανιά, λίγο τυράκι στο στόμα του. Τον είχε πεισμώσει η συμπεριφορά της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Κόκκοι άμμου»

Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι ―Από την Κατερίνα I. Παπαδημητρίου

Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι, εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2020

Εκεί όπου ο ρεαλισμός μαγεύεται: Ο Τόπος με τα Μεγάλα Μάτια

Γράφει η Κατερίνα Παπαδημητρίου

«Το μπόι του κάθε ανθρώπου δεν είναι το ανάστημά του αλλά το μπόι των ανθρώπων που βλέπει.».Με τούτα τα λόγια τουFernando Pessoa από Το βιβλίο της ανησυχίας καθησυχάζει ο πατέρας του τον Γιάννο, έναν από τους χαρακτήρες του έργου Δημήτρη Χριστόπουλου. Και είναι αλήθεια γιατί ο Χριστόπουλος αναμετριέται με το μπόι ομότεχνών του τιμώντας τις αναγνώσεις του διακειμενικά. Ο Γιώργος Χειμωνάς ο Στρατής Τσίρκας, ο Ντοστογιέφσκι και ο Φερνάντο Πεσσόα, οι ποιητές Χρήστος Μπράβος, Αργύρης Χιόνης, Μάρκος Μέσκος, Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργης Παυλόπουλος, Μίμης Σουλιώτης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γιώργος Χρονάς, Κώστας Καναβούρης, Πάνος Κυπαρίσσης και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, κατοικούν στις σελίδες του περήφανα και δικαιωματικά, και είναι τιμή τόσο για τους εκλιπόντες όσο για τους εν ζωή λογοτέχνες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι ―Από την Κατερίνα I. Παπαδημητρίου»

Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Δίφορη μνήμη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Πόλις

[από την ενότητα ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗ]

Hasselblad 500C/M
Ξενομερίτες καβάλα στα ζώα τους φτάνουν στο έμπα του χωριού. Η θεια Θεοφανή που βοτανίζει στο χωραφάκι της κόβει κάμποσες χεράδες ρεβυθιές και τους καλοδέχεται δίνοντάς τους τα φρέσκα ρεβύθια, εν είδει ανθοδέσμης.

Leica Monochrome
Στο πανηγύρι του άη Γιάννη, στις 29 Αυγούστου, στο Ξεροπήγαδο, όσοι είχαν γαϊδούρι για πούλημα, το στεφάνωναν με κλαδιά ακακίας ώστε οι ενδιαφερόμενοι να το διακρίνουν. Η Καρμήρω, η γριά μας γαϊδούρα, χωρίς στεφάνι, πουλήθηκε πρώτη και σε καλή τιμή. Είχε γερά καπούλια κι ήταν υπάκουο ζώο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Δίφορη μνήμη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»