Αντώνης Φωστιέρης, “Το βουητό του ωκεανού· το βουητό”

Αρχείο 15/05/2015

fav-3

Ωδή από χάσματα

Τώρα μεγάλωσα και μου είναι αδύνατο να φανταστώ μιαν αλφαβήτα
Που να ξερνάει τα σύμφωνα και να κρατάει τα φωνήεντα
Τα γράμματά της όλα. Υάκινθοι
Χωρίς τα θήτα και τα νί τους πως ν’ ανθίσουνε
Σε σκοτεινό παρτέρι ακούσματος
Ως ασυνήθιστο επιφώνημα πτώσης.
Ωδή από χάσματα – Υ ά ι ο ι ! –
Να μπαινοβγαίνει ο άνεμος στο στήθος – Υ ά ι ο ι ! – Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Φωστιέρης, “Το βουητό του ωκεανού· το βουητό”»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Στου Θωμά το μαγαζί [2015]

Αρχείο 12.5.2015

Θωμάς Γκόρπας 1935 – 2003

fav-3

Θωμάς Γκόρπας

Δεν χωρεί στις ανθολογίες ο Θωμάς. Μόνο κάτι ποιήματά του για τις ταβέρνες και τα μπουζουξίδικα και τις μικρές ώρες που άνηκαν πάντα στους ποιητές και τους ιερομάρτυρες. Κάθε τόσο ανάβει μια μικρή φωτιά, αφήνει στίχους αδέσποτους, ολόκληρη η ανθολογία αρπάζει φωτιά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Στου Θωμά το μαγαζί [2015]»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας

Αρχείο 12/02/2015

fav-3

Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια.

Ο άντρας που πέρασε πριν από αυτήν στις σκάλες μύριζε μέντα, ή κάτι σχετικό. Ξέρει ποιος είναι. Κατεβαίνει τα σκαλιά εισπνέοντας βαθιά τα ίχνη της μυρωδιάς του που αιωρούνται πίσω από τα κάγκελα της κουπαστής και κρέμονται στους τοίχους. Τις νύχτες, από το διπλανό διαμέρισμα, τον ακούει να μιλάει Γαλλικά. Η φωνή του έχει κάτι πολύ καθησυχαστικό. Η προφορά του τον προδίδει σε μερικά σημεία.

Αυτός ο άντρας είναι Νότιος, όμως δεν θέλει να το συζητάει. Δεν της πέφτει λόγος για όλα αυτά – εξάλλου το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να συνεχίσει να μιλάει τις νύχτες και να αφήνει άρωμα μέντας στα σκαλιά τα γκρίζα πρωινά.

Πληρώνει τη σοκολάτα αμυγδάλου, τα τσιγάρα της και ένα αδιάφορο περιοδικό και διασχίζει το δρόμο. Αποφεύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα της νύχτας, παρόλα αυτά μερικές πιτσιλιές κάνουν τις γάμπες της να παγώνουν. Σπρώχνει την μεταλλική εξώπορτα και μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μυρωδιά είναι ακόμα εκεί.

Ανεβαίνει τα σκαλιά και αφουγκράζεται τις φωνές των ενοίκων στα ξένα κατώφλια. Κάποιος ακούει αφρικάνικη μουσική, μια γυναίκα μιλάει στο τηλέφωνο και ένα μωρό τσιρίζει. Όταν φτάνει στον όροφό της, η γυναίκα βγάζει από την τσέπη της τα κλειδιά και ανοίγει μαλακά την πόρτα. Το κρύο μέταλλο κάνει τα δάχτυλά της να σκιρτήσουν.

Μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει πως το στρίφωμα της κουρτίνας σέρνεται στο πάτωμα κι έχει λερωθεί από τη σκόνη. Μικρές μπαλίτσες από χνούδια περιφέρονται στις γωνίες του δωματίου καθώς διασχίζει το χώρο για να φτιάξει καινούριο καφέ. Ο παλιός έχει κρυώσει και η μέρα παραμένει σκοτεινή. «Πριν από το θαύμα η θλίψη, η αγωνία και της φθοράς η διαρκής δοκιμασία«, σκέφτεται ένα στίχο που δεν θυμάται από ποιο ποίημα είναι και ποιος τον έγραψε.

Βάζει το βραστήρα να κοχλάσει και χτυπάει στο φλιτζάνι μια κουταλιά ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ. Έπειτα στέκεται πάνω από το αχνιστό νερό, φτιάχνει τον καφέ και αφήνει τα γυαλιά της να θαμπώσουν από τους υδρατμούς. Μερικές φορές ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος μέσα από τα μικρά αυτοσχέδια σύννεφα ενός βραστήρα.

*

©Μαρίας Πετρίτση
φωτοΕπεξεργασία Στάχτες

vintage_under2

Παυλίνα Ιωαννίδου, Το παράπονο του Φ., ή αλλιώς η μανία της απαριθμήσεως

Αρχείο 11/05/2015

fav-3

Ας ξεκινήσουμε από αυτό: το όνομά του ήταν Φέργκους Μπρέκενριτζ ,είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μέτρημα και κάθε ημέρα για πενήντα συνεχόμενα χρόνια διατηρούσε την ίδια ρουτίνα. Δεν μπορούσε κανείς να κάνει διαφορετικά άλλωστε στην παραθαλάσσια κωμόπολη Σκάλογουεϊ, δυτικά κατά 5,9 μίλια από το Λέργουϊκ, όπου κατοικούσε με τους συγχωριανούς του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παυλίνα Ιωαννίδου, Το παράπονο του Φ., ή αλλιώς η μανία της απαριθμήσεως»

Χαρά Πρεβεδώρου, “Τα μικρόφωνα καγχάζανε βουλώνοντας τ’ αυτιά τους” -ποίηση

Αρχείο 10/05/2015

fav-3

Εκδήλωση ΙΙ

Πρόλογος: ομιλητές κι ακροατές βγαίνουν
στο προσκήνιο.
Τα χειροκροτήματα κρεμιούνται στα δοκάρια
της οροφής ανάποδα
σαν νυχτερίδες.
Σκηνή Α: ο πρώτος ομιλητής, πριν αρχίσει,
προβάρει τη φωνή του και
βγάζει το χειρόγραφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χαρά Πρεβεδώρου, “Τα μικρόφωνα καγχάζανε βουλώνοντας τ’ αυτιά τους” -ποίηση»

Αντρέας Γιολάσης, “και ένα δάκρυ, στο υπόγειο, που λιμνάζει” -ποίηση

Αρχείο 08/05/2015

fav-3

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΓΕΡΝΕΙ

Μια τόση δα ρυτίδα στην αρχή
σαν – ανεπαίσθητη – ουλή,
σαν μια ρωγμή,
που ανακαλύπτεις ξαφνικά απορημένος
και μένεις έκπληκτος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντρέας Γιολάσης, “και ένα δάκρυ, στο υπόγειο, που λιμνάζει” -ποίηση»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Αρμονία [2015]

Αρχείο 7.5.2015

fav-3

Θα πάρεις έναν σκύλο που θα τον μάθεις να σε αγαπάει και που θα τον βαφτίσεις Τίποτα. Θα σκαρφαλώνω με γυμνά πόδια στις ξερολιθιές ψάχνοντας τις οδυνηρές απαντήσεις μου. Θα παρατηρείς τα τυφλά κορίτσια με τα ροδαλά μάγουλα που κάνουν βόλτες στα στενά της Χώρας φορώντας έναν πουά φιόγκο στα μαλλιά κι ένα χρυσό αλυσιδάκι στο δεξί χέρι. Θα συνεχίσω να θαυμάζω σιωπηλά τις ποπ κυρίες που κεντούν σε λευκά πανιά φολκλορικές σκηνές με γοργόνες και λουλουδένια ψάρια πίνοντας γκαζόζα στην πλατεία ενός ορεινού χωριού.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Αρμονία [2015]»

Γιώργος Καρτάκης, “πότε πότε μονάχα ένα άγουρο μήλο”

Αρχείο 05/05/2015

fav-3

Sardina actinopterygia

Είδα τη σαρδέλα,
κινδύνευε,
το σώμα της γυάλιζε σαν το λεπίδι και
τα δόντια μου μούδιασαν – έφερα
το χέρι στο στόμα αυτόματα, τα λέπια
όμως ανοιγόκλειναν,
τέντωνε με σπασμούς τα πτερύγια, τα νεύρα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Καρτάκης, “πότε πότε μονάχα ένα άγουρο μήλο”»